4.5.09
αστικοί μετασχηματισμοί - Ακαδημία Πλάτωνος
27.2.09
26.2.09
23.2.09
Το βιομηχανικό τοπίο_οι αποθήκες
«Παρ’ όλες τις αλλαγές που δέχτηκε η περιοχή, το τοπίο πίσω από τη Λένορμαν και τα πρακτορεία του Κ.Τ.Ε.Λ. εξακολουθεί να είναι το καταφύγιο χαλασμένων αυτοκινήτων, νέων αθλητών, αδέσποτων σκυλιών και μικρών αποθηκών. Κόκκινα, κίτρινα, πράσινα βουλκανιζατέρ και σιδηρουργεία, τα περισσότερα μοιάζουν με φανταστικούς σιδερένιους κύβους που έπεσαν από τον ουρανό […] Γκρι, καφέ και μαύρα κτήρια υπενθυμίζουν μέχρι σήμερα την πρώτη εποχή της βιομηχανικής περιόδου.»
Κ. Β., Επίπεδοι απορροφητήρες[1]
Το τέλος του πάρκου στην Ακαδημία Πλάτωνος σηματοδοτεί και την αρχή της έκτασης που καταλαμβάνουν οι μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις, οι βιομηχανίες και βιοτεχνίες της περιοχής, μέχρι και τα σύνορά της, τις λεωφόρους Κηφισσού, Λένορμαν και Αθηνών στα δυτικά, βόρεια και νότια αντίστοιχα. Το κομμάτι αυτό ονομάστηκε «βιοτεχνικό πάρκο» το 2004, λίγο πριν τη διεξαγωγή των ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα..Περπατώντας στο εσωτερικό του συναντάει κανείς φραγμένες εισόδους, αποθήκες υλικών και διαχωριστικά από ελενίτ σε μία λαβυρινθώδη διαδρομή. Σε χάρτη των Αθηνών[2], που χρονολογείται μεταξύ του 1915 και 1920, αναγνωρίζει κανείς την τοποθεσία των εγκαταστάσεων των βυρσοδεψείων και κεραμοποιείων στη συμβολή των οδών Δανιήλ [σημερινή Αθηνών] και Κωνσταντινουπόλεως. Η εικόνα του τοπίου είναι σίγουρα διαφορετική από εκείνη των αρχών του 20ου αιώνα με τα βυρσοδεψία, τα καμίνια και τις βιοτεχνίες υφασμάτων[3]. Οι πρώτες βιοτεχνίες ήρθαν να αντικαταστήσουν τις μικρές αγροτικές καλλιέργειες [κυρίως λαχανόκηποι]. Αυτές αντικαταστάθηκαν με τη σειρά τους από μεγάλες επιχειρήσεις πανελλαδικού ή διεθνούς βεληνεκούς, κυρίως κατά τη δεκαετία του ΄80. Τα λιγοστά καπνεργοστάσια και υφαντουργεία χρεοκόπησαν και τα κτήριά τους αγοράστηκαν από τη βιομηχανία του έντυπου τύπου. Ένα καπνεργοστάσιο επί της Λένορμαν και το μηχανοποιείο «ΒΙΟ» επί της Κωνσταντινουπόλεως περιήλθαν σε κρατική διαχείριση και διατηρούν την αρχική αρχιτεκτονική τους μορφή. Σήμερα στεγάζουν αντίστοιχα την εθνική βιβλιοθήκη του κράτους καθώς και τμήμα της εφορίας Αθηνών και το κέντρο διαλογής των Ε.Λ.Τ.Α.. Ένας κάτοικος της περιοχής μας πληροφορεί πως:
«Το καμίνι ήταν πολύ παλιά ιστορία […] Εγώ ήμουνα δεκαπέντε [15] χρονών όταν έκλεισε […] Έφτιαχνε τούβλα και κεραμίδια. Σταμάτησε ξαφνικά να δουλεύει γιατί φτιάχνανε ταράτσες, σκυρόδεμα, μπετόν αρμέ και δε δουλευότανε πλέον στην Αθήνα το κεραμίδι […] ήταν αναγκαίο κακό να κλείσει η συγκεκριμένη μονάδα»[4].
Τότε, οι εργάτες έμεναν δίπλα ή σχετικά κοντά στις εγκαταστάσεις. Σήμερα, λίγοι είναι οι κάτοικοι της περιοχής που δουλεύουν στις εκεί επιχειρήσεις, οι οποίες συγκεντρώνουν τον εργασιακό τους πληθυσμό από όλη την υπόλοιπη Αθήνα. Τα περισσότερα βιομηχανικά κτήρια είναι περιφραγμένα και κρυμμένα από τον απλό περαστικό, με φύλακες να ελέγχουν την είσοδό τους. Το βιομηχανικό τοπίο αντιμετωπίζεται ως «ξένο» από τους περισσότερους νέους κατοίκους ενώ δεν μπορεί να αποκοπεί από την συνολική εικόνα της Ακαδημίας Πλάτωνος για τους παλαιότερους. Συνέβαλε στην ίδια τη δημιουργία των γειτονιών της περιοχής, αλλά σήμερα αποτελεί μία διαφορετική μορφολογική δομή που λειτουργεί και εξελίσσεται αυτόνομα μέσα στα όρια της. Δεν προσανατολίζεται προς την Ακαδημία Πλάτωνος, αλλά προς τα έξω, με την Κηφισού και την Αθηνών να παίρνουν το ρόλο της εξόδου και εισόδου του παραγόμενου προϊόντος και της εισροής υλικού. Αμηχανία στον μόνιμο κάτοικο προκαλούν και τα μεγάλα εμπορικά και υπηρεσιακά καταστήματα, τα οποία χτίζονται κυρίως από την πλευρά της λεωφόρου Αθηνών [Carrefour, χρηματιστήριο Αθηνών, κεντρικά τραπεζικά καταστήματα, ασφάλεια Αττικής].
«Τι σχέση να έχουμε εμείς με το χρηματιστήριο; […] Πριν τα πρακτορεία κάνεις αριστερά για να βγεις στην Καβάλας και εκεί βλέπεις αχανές πράγμα […] Βέβαια εμάς δεν μας επηρεάζει εδώ […] Η υποβάθμιση είναι υποβάθμιση. Δεν αλλάζει με τίποτε.»[5]
Το τέλος των βιοτεχνιών σε συνδυασμό με την εμφάνιση mega κτηρίων γεννούν ανοίκεια συναισθήματα στους περισσότερους κατοίκους της Ακαδημίας Πλάτωνος. Η Ρίκα Μπενβενίστε υποστηρίζει πως:
«Σε ένα βαθμό, στη μεταμοντέρνα εποχή, η μνήμη αποτελεί πρόβλημα εξαιτίας του άγχους που μας προκαλούν οι επιπτώσεις της απώλειας των δεσμών με τη συλλογική μνήμη που άλλοτε μας στήριζαν»[6].
Η Ακαδημία Πλάτωνος ήταν το πλησιέστερο βιομηχανικό κομμάτι στο αθηναϊκό αστικό κέντρο από το 1950 και έπειτα. Το «βιοτεχνικό πάρκο» αποτέλεσε δείκτη των οικονομικοπολιτικών αλλαγών που έλαβαν χώρα όχι μόνο στην περιοχή, αλλά και γενικά στην πόλη της Αθήνας. Για πολλούς φαντάζει ιδανικό να φύγουν αυτές οι δομές από την περιοχή και να μεταμορφωθεί όλος ο χώρος σε ένα πάρκο που εκτείνεται μέχρι τη λεωφόρο Κηφισσού. Άλλοι, δέχονται το αμετάκλητο της ανάπτυξης που λαμβάνει χώρα. Οι μεταβολές που συμβαίνουν εκεί, όμως, φανερώνουν την κατεύθυνση ανάπτυξης της πόλης γύρω από την περιοχή της εθνικής οδού Αθηνών [Καβάλας]. Οι περισσότεροι κάτοικοι επιθυμούν την απομάκρυνση των βιομηχανικών και επιχειρησιακών εγκαταστάσεων. Η αναβάθμιση, όμως, που αναμένεται στην περιοχή την καθιστά τόπο υποδοχής πανελλαδικών και διεθνών ροών εμπορευματικού χαρακτήρα. Οι εγκαταστάσεις του πρόσφατου παρελθόντος παραμένουν στη θέση τους περιμένοντας την καινούρια τους χρήση ή την ερείπωσή τους για την κατασκευή σύγχρονων πολυώροφων κτηρίων γραφείων και υπηρεσιών.
[1] Κωνσταντίνος Β., Επίπεδοι απορροφητήρες, Μετάπολις 2001/ Η σύγχρονη (ελληνική) πόλη, επιμέλεια Γιάννης Αίσωπος, Γιώργος Σημαιοφορίδης, εκδ. Atermon, 2001, σελ. 210
[2] Στο βιβλίο του Κώστα Χατζιώτη Γειτονιές της παλιάς Αθήνας, το Μεταξουργείο (Κολωνός και Ακαδημία Πλάτωνος), εκδ. Δήμος Αθηναίων – Πολιτισμικός Οργανισμός, 2005, σελ. 67
[3] Συζήτηση με τον κ.Κώστα, εβδομήντα χρόνια κάτοικο της Ακαδημίας Πλάτωνος [Ιανουάριος 2009]
[4] Συζήτηση με τον κ. Κώστα, ιδιοκτήτη συνεργείου αυτοκινήτων και δικύκλων και πενήντα δύο χρόνια κάτοικος στην Ακαδημία Πλάτωνος [Φεβρουάριος 2009]
[5] Συζήτηση με τον κ. Κώστα, ιδιοκτήτη συνεργείου αυτοκινήτων και δικύκλων και πενήντα δύο χρόνια κάτοικος στην Ακαδημία Πλάτωνος [Φεβρουάριος 2009]
[6] Πανεπιστήμιο του Αιγαίου, Διαδρομές και Τόποι της Μνήμης, Ιστορικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, επιμέλεια Ρ. Μπενβενίστε – Θ. Παραδέλλης, σελ. 19
19.2.09
15.2.09
3.2.09
Το τοπίο των ανθρώπων _ Η συλλογική συνείδηση
Οι σύγχρονες μεγαλουπόλεις συγκεντρώνουν πλέον το σύνολο σχεδόν του τριτογενούς τομέα παραγωγής και των επικοινωνιών, γεγονός που τις τοποθετεί αυτόματα ως τα κέντρα των εξελίξεων και τους τόπους που τροφοδοτούν και εξυπηρετούν τον πληθυσμό που συρρέει συνεχώς προς αυτές. Ο χαρακτηρισμός της πόλης ως διάχυτης καθίσταται περιττός και επαναλαμβανόμενος με τη συνεχή μεγέθυνση των ορίων της. Ο ορισμός της βιομηχανικής δυτικής πόλης ως το όριο και τον τόπο όπου εξελίσσονται οι κοινωνικές σχέσεις επιβεβαιώνεται συνεχώς από τις σημερινές δομές. Η σημαντικότερη, όμως, κατάκτηση των σύγχρονων μεγαλουπόλεων είναι η πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων, αλλά και η πολλαπλότητα, το πολυσημαινόμενο της πληροφορίας. Η σύγχρονη αστική κατοίκηση είναι πολυσύνθετη. Ο τρόπος ζωής είναι η δυναμική της πόλης, είτε αυτό περιγράφεται ως νοοτροπία είτε ως η διασταύρωση πολλών διαφορετικών καταστάσεων, αντιλήψεων και ιδεών. Η διασταυρούμενη καθημερινότητα των πόλεων που ζούμε σήμερα, τα εφήμερα γεγονότα σε κάθε τους γωνιά διαμορφώνουν το χώρο όπου διαδραματίζονται, ενώ ο χώρος επηρεάζει ταυτόχρονα τον προσανατολισμό και τα χαρακτηριστικά τους. Το εφήμερο, βέβαια, εμπεριέχει και το επίθετο του ευάλωτου, ακριβώς λόγω της μικρής διάρκειας και τυχαιότητάς του.
Η Αθήνα είναι μία μεγαλούπολη που η ατομική πρωτοβουλία καταλαμβάνει και δημιουργεί χώρους μέσα στην πόλη. Οι εκάστοτε ομάδες πολιτικής, οικονομικής ή κοινωνικής εξουσίας επεμβαίνουν, έμμεσα ή άμεσα, στο έδαφος [με τα πολλά επίπεδα που εμπεριέχει] μέσα από νομικές διατάξεις, αποφάσεις των δημοτικών αρχών και άλλες παρόμοιες διαδικασίες. Ο AldoRossi γράφει πως:
«Η πόλη είναι η μορφή ενός όλου που συντίθεται από επιμέρους τμήματα, από διαφορές, είναι πάνω από όλα μορφές και τύποι που διαρκούν, κατακαθίζοντας μέσα στην τύρβη της ιστορίας»[1].
Αν η σημερινή πόλη της Αθήνας τμηματοποιείται σε διαφορετικούς τόπους, λόγω της πολυμορφίας που τη χαρακτηρίζει στο επίπεδο του αστικού τρόπου ζωής και των δομών που την περιγράφουν, κάθε ένας από αυτούς προσδιορίζεται από μία ατομικότητα που τη διαμόρφωσαν- και διαμορφώνουν- οι κάτοικοί τους. Πώς, όμως, μία αστική περιοχή, ένας τέτοιος τόπος, όπου εφαρμόζονται επεμβατικές αποφάσεις από τον δήμο, τη νομαρχία ή αντίστοιχες δομές αλλάζει σε σχέση με την ίδια την απόφαση, αλλά και με τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν σε αυτήν οι κάτοικοί της;
Η Ακαδημία Πλάτωνος είναι μία τέτοια αστική περιοχή, όπου επεμβάσεις - τομές από την εκάστοτε ανώτερη ομάδα διαμόρφωναν το τοπίο της σε συνεχή «διάλογο» με τους κατοίκους της. Οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις των αρχών του 20ου αιώνα αύξησαν τον πληθυσμό της. Οι γειτονιές που δημιουργήθηκαν εκεί άλλαξαν δραστικά την καθημερινότητά της. Έτσι, η γειτονιά έγινε συνοικία, και οι συνοικίες μία περιοχή με ομοιογενή χαρακτηριστικά ενταγμένη στον αστικό ιστό της Αθήνας, διαμορφώνοντας με το πέρασμα του χρόνου και τη συνείδηση του συνόλου που την κατοικούσε. Με τις σταδιακές ανασκαφές και την απαλλοτρίωση του 1974 η συνείδηση αυτή ενισχύεται. Σε όλους σχεδόν τους κατοίκους υπάρχει αυτή η ανάμνηση, έστω και αν οι νεότεροι δεν την έχουν βιώσει. Η Ρίκα Μπενβενίστε, αναζητώντας τη σημασία της ανάμνησης γράφει:
« Για τον Πλάτωνα η γνώση είναι ανάμνηση, δηλαδή μία διαδικασία που φέρνει στο φως κάτι που ενυπάρχει στο νου και το καθιστά συνειδητό. Στον Αριστοτέλη […] είναι η εκούσια και αποτελεσματική ανάκλησή του.»[2]
Μπορεί το πρόσφατο βιομηχανικό παρελθόν να αντιμετωπίζεται με κάποια αμηχανία από τους κατοίκους της Ακαδημίας Πλάτωνος, αλλά η διαδικασία της απαλλοτρίωσης με τα αρχαιολογικά ευρήματα που ήρθαν στην επιφάνεια έχει εντυπωθεί στη μνήμη τους. Ίσως σε αυτό να προσθέτει και η ίδια η ονομασία της περιοχής, ομώνυμη του αρχαιολογικού χώρου. Αυτή η ασυνέχεια που προκάλεσε η απαλλοτρίωση στον δομημένο χώρο είναι πολύ πιο προφανής από τις εργοστασιακές δομές που απλά μετατρέπονται σε αποθήκες και επιχειρήσεις ή αφήνονται στη διεργασία του χρόνου, παραμένοντας εκεί που ήταν εξαρχής. Ακόμη, το αρχαιολογικό πάρκο δεν είναι «καθαρά» ένα αξιοθέατο. Ποτέ δεν οχυρώθηκε όπως οι υπόλοιποι αρχαιολογικοί χώροι της Αθήνας. Λειτούργησε και λειτουργεί ως ένας ελεύθερος χώρος, όπου τα αρχαία είναι προσβάσιμα από όλους κάθε στιγμή της ημέρας. Όπως γράφει πάλι η Ρίκα Μπενβενίστε:
«Στη μεταμοντέρνα κοινωνία όλα τα μνημεία του παρελθόντος είναι το ίδιο μακρινά, το ίδιο προσιτά»[3]
Ο συγκεκριμένος αρχαιολογικός χώρος, βέβαια, δεν φέρει μνημειακό χαρακτήρα, όσο και αν αυτή ήταν η πρόθεση του δήμου της Αθήνας με την επιβεβλημένη πράξη της απαλλοτρίωσης. Όπως είδαμε και σε προηγούμενο κεφάλαιο η Ακαδημία Πλάτωνος «ξέφυγε» από το πρόγραμμα ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας. Η διαμόρφωση του αρχαιολογικού πάρκου δεν οφείλεται σε κάποιον πολεοδομικό σχεδιασμό˙ συνιστά ένα χώρο που είναι τυχαίο αποτέλεσμα συνεχών απαλλοτριώσεων και ανασκαφών. Η συλλογική συνείδηση των κατοίκων [«κοινωνική σκέψη» για τον Halbwachs] για αυτά τα αρχαιολογικά ευρήματα έχει δημιουργηθεί μέσα από την αστική καθημερινότητα της περιοχής, μέσα από την καθημερινή χρήση του πάρκου και την άμεση επαφή με αυτά. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, πως για τους κατοίκους της Ακαδημίας Πλάτωνος διαμορφώνεται μία συλλογική μνήμη για την περιοχή από την καθημερινή επικοινωνία και κινητικότητα σε αυτήν. Η πολιτισμική κατασκευή της μνήμης μεταφράστηκε σε οικειοποίηση αυτών των αρχαίων μορφών μέσα από το τυχαίο των διεργασιών που έλαβαν μέρος στη μορφοποίηση αυτού του χώρου.
Η συλλογικότητα που πηγάζει από την καθημερινή τριβή των κατοίκων της Ακαδημίας Πλάτωνος μεταξύ τους, αλλά και με το ίδιο το έδαφος, αποδεικνύεται διαμορφοποιητική συνθήκη μέχρι και σήμερα. Σχετικό παράδειγμα αποτελεί η κίνηση πρωτοβουλίας κατοίκων που δημιουργήθηκε με αφορμή την προβληματική χρήση ενός οικοπέδου στην περιοχή. Οι δημοτικές αρχές σκοπεύουν να οικοδομήσουν πολυώροφο κτήριο[4] που θα στεγάζει υπηρεσίες της νομαρχίας Αθηνών σε ιδιωτικό οικόπεδο επί των οδών Αίμωνος, Ευκλείδου και Δημοσθένους. Κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών ανασκάψανε τοίχο που εκτιμάται πως είναι «τμήμα του αρχαίου περιβόλου της Ακαδημίας Πλάτωνος»[5], σύμφωνα με την Γ΄ εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών. Σε κοντινή απόσταση από το οικόπεδο λειτουργούν τρία σχολεία όπου φοιτούν περισσότεροι από πεντακόσιοι μαθητές[6]. Τα αρχαιολογικά ευρήματα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ένα τέτοιο κτήριο θα αυξήσει την κυκλοφοριακή κίνηση στην περιοχή, προκάλεσαν τη συντονισμένη αντίδραση των κατοίκων για την κατασκευή του. Η διαφωνία τους εκφράζεται με ποικίλους τρόπους. Πέρα από τη διαδικτυακή επικοινωνία και τις πορείες διαμαρτυρίας στην περιοχή, πραγματοποίησαν και μία συναυλία στο πάρκο προς ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κόσμου επί του θέματος. Η συλλογική συνείδηση που διαμορφώνεται μέσα από τέτοιες διαδικασίες συμβάλει και αυτή στο μετασχηματισμό του χώρου μέσα από τη δράση του κοινωνικού συνόλου, ακόμη και αν αυτό τελείται μέσα από εφήμερες δράσεις. Η δημιουργία μίας τέτοιας πρωτοβουλίας κατοίκων της περιοχής προϋποθέτει και εξελίσσει τη συλλογική μνήμη, τη συλλογική συνείδηση ώστε αυτή η συλλογική δράση να φέρει αποτέλεσμα, να επέμβει στον τόπο όπου δημιουργήθηκε. Και η δυναμική αυτής της κίνησης επαληθεύεται καθημερινά από δημοσιεύσεις στον τύπο, αλλά και από την επέκταση των ζητημάτων που απασχολούν την ομάδα των κατοίκων. Πρόσφατα ανακοινώθηκε και η ανέγερση πενταόροφου κτηρίου γραφείων με τριώροφο υπόγειο πάρκινγκ, 19.150 τ.μ., ακριβώς απέναντι από την μελλοντική τοποθεσία του μουσείου Αθηνών. Αξίζει να σημειώσουμε πως το οικόπεδο εξαιρέθηκε από το συνολικό απαλλοτριωμένο τμήμα στην περιοχή. Μπορεί κανείς να υποψιαστεί τα οικονομικοπολιτικά συμφέροντα που πηγάζουν από μία τέτοια κίνηση, όταν μάλιστα αναμένεται μεγάλη επισκεψιμότητα στον αρχαιολογικό χώρο με την έναρξη λειτουργίας του μουσείου μέσα στο πάρκο. Σύμφωνα με τους υπεύθυνους αυτής της απόφασης η ανέγερση αυτού του κτηρίου «δεν προκαλεί έμμεση αισθητική βλάβη στο χώρο της Ιεράς Οικίας της Ακαδημίας Πλάτωνος». Οι κάτοικοι, όμως, διαφωνούν και σε έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό καταφέρνουν να επηρεάζουν τη διαδικασία διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου μέσα από την ομάδα που δημιουργήθηκε αυθόρμητα ως κίνηση πρωτοβουλίας. Μπορεί, λοιπόν, η συλλογική μνήμη, η συλλογική συνείδηση «να υφαίνεται εξαρχής στον ιστό της κοινωνικής αυθεντίας και εξουσίας»[7] αλλά είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα των παροντικών κάθε φορά σχέσεων και δομών που δημιουργεί η καθημερινότητα σε μία πόλη. Δεν μπορεί να είναι ενιαία, αλλά πολλαπλή ακριβώς επειδή συνδιαμορφώνεται από την πολύπλοκη καθημερινότητα. Η συλλογική συνείδηση είναι το άθροισμα όλων των ατομικών συνειδήσεων που συνδιαλέγονται μεταξύ τους για τον τόπο και τον χώρο που τους περιβάλλει· το εφήμερο του χαρακτήρα της βασίζεται στο εφήμερο της καθημερινότητας, καθιστώντας τη σημερινή πραγματικότητα εύπλαστη και ευάλωτη ταυτόχρονα στους συνεχείς μετασχηματισμούς.
[1] Aldo Rossi, Η αρχιτεκτονική της πόλης, εκδ. University Studio Press, 1991, σελ.8
[2] Πανεπιστήμιο του Αιγαίου, Διαδρομές και Τόποι της Μνήμης, Ιστορικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, επιμέλεια Ρ. Μπενβενίστε – Θ. Παραδέλλης, σελ. 11
[3] Ό. Π., σελ. 20
[4] Σύμφωνα με δημοσιεύσεις σε καθημερινές εφημερίδες πρόκειται για οκταώροφο κτήριο με υπόγειο πάρκινγκ τεσσάρων επιπέδων.
[5] «Παράλληλα προς την οδό Αίμωνος, σε βάθος
[6] Δύο ιδιωτικές σχολές, το 60ο δημόσιο δημοτικό σχολείο και το 130ο νηπιαγωγείο που συστεγάζονται. Το συγκεκριμένο οικόπεδο είχε προταθεί αρχικά να στεγάσει καινούριο σχολικό συγκρότημα, λόγω έλλειψης χώρου για τέτοιες υποδομές στην περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος.
[7] Πανεπιστήμιο του Αιγαίου, Διαδρομές και Τόποι της Μνήμης, Ιστορικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, επιμέλεια Ρ. Μπενβενίστε – Θ. Παραδέλλης, σελ. 29
31.1.09
Το Παναττικό Δίκτυο Κινημάτων Πόλης και Ενεργών Πολιτών καλεί τους πολίτες και τα κινήματα πόλης της Αθήνας σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας τη
Δευτέρα 2/2, έξω από το δημοτικό συμβούλιο στο παλιό δημαρχείο της πλατείας Εθνικής Αντίστασης (πρώην Κοτζιά).
Αφορμή της συγκέντρωσης διαμαρτυρίας αποτελούν το έγκλημα στο πάρκο Κύπρου και Πατησίων
και οι επιθέσεις που δέχτηκαν η Επιτροπή Πολιτών για τη Διάσωση του Ελαιώνα και οι πολίτες που προσέφυγαν στο ΣτΕ για το Mall Βωβού στο Βοτανικό.
Δεν είναι όμως μόνο αυτά. Είναι η μεγάλη και συντονισμένη επίθεση που δέχεται το περιβάλλον και οι εναπομείναντες ελεύθεροι χώροι με τις ευλογίες κυβέρνησης, αντιπολίτευσης, δημάρχου και επιχειρηματιών.
Η συγκέντρωση θα ξεκινήσει στις 2 το μεσημέρι. Η παρουσία μας όμως θα κρατήσει ώρες, καθ’ όλη τη διάρκεια του δημοτικού συμβουλίου μέχρι τις 8 το βράδυ.
Καλούμε όλες τις κινήσεις, ομάδες και πολίτες, άσχετα με το αν συμμετέχουν ή όχι στο Παναττικό δίκτυο, να έρθουν και να πλαισιώσουν τη διαμαρτυρία.
Mε πανό και πικέτες, για τα θέματα που θέλουν να αναδείξουν, όποια ώρα μπορούν (λόγω του εργάσιμου της ημέρας) .
Θα είμαστε όλοι και όλες εκεί.
Ο αυταρχισμός και τα εργολαβικά συμφέροντα δεν θα περάσουν.
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου, από τις 2 μ.μ. μέχρι το βράδυ, όλοι και όλες έξω από το δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας.
Τοπίο 2: Οι πολυκατοικίες της αντιπαροχής
Η περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος στέκει ως νησίδα πολιορκημένη από αυτές τις τέσσερις λεωφόρους. Κοιτώντας τον τοπογραφικό χάρτη της περιοχής παρατηρεί κανείς ένα ομοιογενές στρώμα από μπετόν να απλώνεται από την οδό Κωνσταντινουπόλεως μέχρι περίπου την οδό Τηλεφάνους, ανάμεσα από τις λεωφόρους Λένορμαν και Αθηνών. Τετραώροφες και πενταόροφες πολυκατοικίες «στριμώχνονται» η μία δίπλα στην άλλη σε ένα σχεδόν ορθοκανονικό σύστημα. Όπως μας πληροφορεί και ο κ.Κώστας, εβδομήντα χρόνια κάτοικος της περιοχής:
«το ’48 με ’50 και πέρα έγινε η αστυφιλία, ήρθε όλη η επαρχία στην Αθήνα, όχι μόνο στην Πλάτωνος […]είχαμε τότε βυρσοδεψία πολλά, καμίνια και κάτι μικροβιοτεχνίες […] την αντιπαροχή την ξεκίνησε ο Καραμανλής, το ’58. Κάθε ένας σαλτιμπάγκος είχε ένα κυβικό ξύλα και έκανε τον μάγκα. Για αυτό ήτανε αναρχία… σε ο,τιδήποτε. Όλα καταργηθήκανε. Εικονικά έβαζε υπογραφή ένας μηχανικός κι έκανε ο άλλος πολυκατοικία χωρίς καμία δομή. Δεν υπήρχε τότε κρατική μέριμνα να γίνει σωστή δουλειά, δεν υπήρχαν αντιπλημμυρικά, αντισεισμικά έργα. Χτίζανε όλοι σύμφωνα με το βαλάντιό τους».
Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, πως η Ακαδημία Πλάτωνος, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και των βιομηχανιών και βιοτεχνιών που εγκαταστάθηκαν εκεί, ήταν ένα από τα πρώτα τμήματα της Αθήνας που βίωσε την απότομη πληθυσμιακή αλλαγή και τον «ιδρώτα» της ανοικοδόμησης. Ο Κώστας Χατζιώτης περιγράφει πως:
«Η οδός Άστρους, όπως όλοι σχεδόν οι δρόμοι της συνοικίας ήταν χωματόδρομος ακόμη και κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, δηλαδή μέχρι περίπου τις αρχές της δεκαετίας του 1950 […] Τα σπίτια ήσαν όλα ισόγεια, τα περισσότερα με μεγάλες αυλές που γύρω τους υπήρχαν δωμάτια […] και όπως έγινε με όλη την άλλη Αθήνα, έτσι και εδώ, μέσα σε ελάχιστα μόλις χρόνια, η οδός Άστρους πλημμύρισε από ψυχρούς τσιμεντένιους όγκους, με όλα τα θλιβερά επακόλουθα…»[1]
Η σημερινή ενότητα που παρουσιάζει το τοπίο της περιοχής, πέρα από το ενιαίο της συνολικής μορφής, ξεγελάει τον επισκέπτη του. Η ομοιογενής μορφή που εξωτερικεύει καθίσταται ψευδαίσθηση όταν περιδιαβεί κανείς στο εσωτερικό του και συναντήσει τους μικρόκοσμους που ξετυλίγονται μπροστά του. Τη συνέχεια της τυπολογίας της πολυκατοικίας διαταράσσουν λίγες διάσπαρτες μεσοπολεμικές και νεοκλασικές μονοκατοικίες, τις περισσότερες φορές, όμως, εγκαταλελειμμένες και αφημένες στο έργο του χρόνου, και ανοιχτά οικόπεδα με αναρτημένα τα τηλέφωνα στις πλαϊνές μεσοτοιχίες, δηλώνοντας πως βρίσκονται στο στάδιο αναμονής για την επόμενη σύγχρονη πολυκατοικία. Στα όρια του κτισμένου περιβάλλοντος υπάρχουν οι πλατείες της «Ακαδημίας Πλάτωνος» με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου[2] και του «Σωτήρη Πέτρουλα» δίπλα από σχολικά συγκροτήματα. Δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη ζωτικότητα, όμως, πέρα από τις ώρες λειτουργίας της εκκλησίας και των σχολείων. Το γεγονός αυτό μπορεί να μαρτυρεί την αποστασιοποίηση των κατοίκων από τους σχεδιασμένους δημόσιους χώρους. Οι δρόμοι, όμως, που σχηματίζονται από τα αντικριστά μέτωπα των πολυκατοικιών, διαμορφώνουν δημόσιο χώρο που περιγράφεται από τελείως διαφορετικούς ρυθμούς. Μεγαλύτερη κινητικότητα παρατηρεί κανείς στην κεντρική οδό Πλάτωνος, όπου ο δημόσιος χώρος ορίζεται ως κάτι ανάμεσα στον δρόμο, το πεζοδρόμιο και τα εμπορικά καταστήματα του ισογείου [από το 0 έως τα +5 μέτρα]. Η ιδιωτική πρωτοβουλία καθορίζει το δημόσιο ως το περίσσευμα του κτισμένου περιβάλλοντος, οπότε και τα όρια ποτέ δεν είναι σαφή. Ακόμη παραπέρα, αυτό το dom-ino του Le Corbusier, οι μονάδες κατοίκησης η μία πάνω από την άλλη, προσφέρουν μία ευελιξία ιδιοποίησής τους. Ο καθένας έχει την ευκολία να τους προσδώσει οποιαδήποτε χρήση θέλει. Έτσι, πολλαπλασιάζονται οι ιδιωτικοί μικρόκοσμοι των διαμερισμάτων· κατοικίες, γραφεία, φροντιστήρια, υπηρεσίες, καταστήματα… και οι μικρόκοσμοι αυτοί βγαίνουν προς τα έξω, στη μικροκλίμακα του δρόμου, παίρνοντας μέρος στην δημόσια καθημερινότητα της Ακαδημίας Πλάτωνος. Οι πρόβολοι των πολυκατοικιών αναιρούν τα όρια του ιδιωτικού με το δημόσιο χώρο μέσα από τις συνομιλίες που συναντά τυχαία ο περαστικός του δρόμου, τα απλωμένα ρούχα του ημιωρόφου που ακουμπάει κατά λάθος. Κάθε μπαλκόνι γίνεται ένας προθάλαμος της ιδιωτικότητας και αντίστροφα. Ακόμη, οι ταράτσες διαμορφώνουν ένα ακόμη επίπεδο όπου τα όρια ιδιωτικού και δημοσίου καθιστούνται ασαφή. Αυτό το επίπεδο, βέβαια, αφορά τους κατοίκους της κάθε γειτονιάς και όχι τους περαστικούς στην περιοχή. «Η σημασία του δώματος περιλαμβάνει αυτό που καλούμε ανάταση, άνοιγμα, ανάδυση, περιλαμβάνει οτιδήποτε βρίσκεται ανάμεσα στη γη και τον ουρανό»[3]. Αποτελεί την ήσυχη κορυφογραμμή, όπου ευρισκόμενος κανείς εκεί μεταμορφώνεται στον κατακτητή του βουνού, ξεχνώντας για λίγο τον ρόλο του ελληνικού δώματος ως αποθήκη όσων δεν χωρούν στο διαμέρισμα, και ελέγχει με το βλέμμα του τα μικρογεγονότα της γειτονιάς του, είτε από τα ανοιχτά παράθυρα των ρετιρέ είτε από τα απλωμένα σεντόνια και καλύμματα. Το κάλυμμα ενός κρεβατιού και τα φορεμένα ρούχα «κουβαλούν» τη μυρωδιά, τις αναμνήσεις, τις επιθυμίες, τη ζωή των κατόχων τους. Τα απρόσωπα κτήρια αφήνουν το τυχαίο και ασχεδίαστο της καθημερινότητας να διαμορφώσουν το δημόσιο χώρο, γεγονός που τον καθιστά αυτόματα και τόσο ευάλωτο στους ατέρμονους μετασχηματισμούς που λαμβάνουν χώρα στον τόπο αυτόν. Αυτός ο αστικός τρόπος ζωής δεν ακούει σε κάποια συγκεκριμένη μορφική ακολουθία. Κάθε δρόμος αποτελεί και μία ξεχωριστή γειτονιά, οπότε ο αστικός συντελεστής εδώ δεν είναι η επαναλαμβανόμενη μονάδα της πολυκατοικίας, αλλά οι ίδιοι οι κάτοικοι. Ο Κωνσταντίνος Βήτα αναφέρει χαρακτηριστικά στο άρθρο του Επίπεδοι απορροφητήρες[4]:
«Αν για κάποιους αυτές οι περιοχές ήταν ένα πέρασμα, για άλλους εξακολουθούν να είναι τα πράγματα που βγαίνουν και βλέπουν κάθε μέρα. Ακόμα πολλά παιδιά μαθαίνουν ποδήλατο εκεί, ενώ στο πάρκινγκ των σούπερ-μάρκετ ξεπετάγονται οι rollerskaters. Το κάθε τι, παρά την ασφυξία του, γίνεται χώρος κατάληψης. Όλα είναι χρήσιμα. Το αποτέλεσμα; Αφού δεν χρειάζεται αισθητική, αναγκάζεσαι να μετατρέψεις τα σκουπίδια σε κάτι ωφέλιμο και πρακτικό. Αυτή είναι η έννοια της μετάπολης γι’ αυτήν τη γενιά που προσπαθεί να βρει χώρο και να επιβιώσει, στριμώχνοντας τα κομπιούτερ, το κρεβάτι, τα ποδήλατα, τα αυτοκίνητα, τις αφίσες σε χώρους μικροcompact […] Βρισκόμαστε σε περίοδο αλλαγών. Οι περιοχές που δεν είχαν ιδιαίτερο χαρακτήρα θα μεταμορφωθούν πιο εύκολα για τις ανάγκες του μέλλοντος. Πάνω στο μπετόν, το μπετόν συνήθως δεν φαίνεται διαφορετικό. Οι αλλαγές θα γίνουν έτσι κι αλλιώς, χωρίς να ερωτηθούμε, κι ίσως χωρίς να το καταλάβουμε, ξαφνικά, έτσι όπως χτίζεται μία πολυκατοικία δίπλα μας ένα πρωί. Θα ξεφλουδίζεις μία μπανάνα περπατώντας ανώνυμα.»
Η σχέση των κατοίκων με τον αστικό ιστό αλλάζει, όταν σε μία υποβαθμισμένη περιοχή η αξία χρήσης γης αυξάνεται από εξωγενείς παράγοντες και τίποτα δεν μπορεί να παρεμβληθεί για να σταματήσει αυτή τη διαδικασία. Και όσο πιο ταχύτατη η επέμβαση, τόσο πιο δραστική η αλλαγή. Ο χρόνος της πόλης μας έχει αποδείξει τον αντίκτυπο αυτής της διαδικασίας και σε περιοχές της Αθήνας, όπως του Ψυρρή και το Γκάζι. Οι γειτονιές αυτές άλλαξαν σταδιακά χαρακτήρα, οι παλιές χρήσεις γης του μικροεμπορίου αντικαταστάθηκαν από επιχειρήσεις ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Η αναβάθμιση έφερε αύξηση στην αξία κατοικίας και οι κοινωνικές ομάδες με τα χαμηλότερα εισοδήματα, όπως οι μετανάστες, εκτοπίστηκαν από εκεί. Στην Ακαδημία Πλάτωνος, όπου αυτή η αλλαγή εκτελείται τώρα, μετανάστες που μένουν στις λίγες εγκαταλελειμμένες ή κακοσυντηρημένες μονοκατοικίες φεύγουν από εκεί, ώστε στη θέση τους να ξεφυτρώσει μία ακόμη πολυκατοικία[5]. Ο κ. Τάσος, ιδιοκτήτης συνεργείου δικύκλων στην περιοχή, μας πληροφορεί πως:
«Οι μετανάστες μένουν στα πιο φθηνά και κακοσυντηρημένα σπίτια. Εδώ απέναντι [σ.σ.: επί της οδού Μαραθωνομάχων] θέλανε κάποιοι να φτιάξουν ένα μικρό καταυλισμό, καλύβες. Ξεκίνησαν, όμως, εργασίες για ένα καινούριο κτήριο και τους έδιωξαν […] και στο πάρκο που μένουν καναδυό τσιγγάνοι πρέπει να τους έδωσε λεφτά ο Μπόμπολας [σ.σ.: επιχειρηματίας] και να φύγαν ήσυχα […] Η γειτονιά τώρα έχει αρχίσει να ανεβαίνει».
[1] Κώστας Χατζιώτης, Γειτονιές της παλιάς Αθήνας, το Μεταξουργείο (Κολωνός και Ακαδημία Πλάτωνος), εκδ. Δήμος Αθηναίων – Πολιτισμικός Οργανισμός, 2005, σελ. 64
[2] Χτίστηκε το 1854 επί δημαρχίας Ιωάννου Κόνιαρη στη θέση της παλαιότερης που κατασκευάστηκε το 1835 ως οικογενειακό κοιμητήριο από τον Ιωάννη Καρατζά, μεγαλογαιοκτήμονα στην εποχή της επαναστατικής Ελλάδας.
[3] Βασιλική Νάκου, Δύο ταξίδια στον Le Corbusier, επιμέλεια: Παναγιώτης Τουρνικώτης, εκδόσεις FUTURA, 2005, σελ. 95
[4] Κωνσταντίνος Β., Επίπεδοι απορροφητήρες, Μετάπολις 2001/ Η σύγχρονη (ελληνική) πόλη, επιμέλεια Γιάννης Αίσωπος, Γιώργος Σημαιοφορίδης, εκδ. Atermon, 2001, σελ. 210
[5] Το γνωστό πλέον φαινόμενο της εξυγίανσης [gentrification] των υποβαθμισμένων αστικών περιοχών, όπου η αξία χρήσης γης λόγω της αναβάθμισής τους επιφέρει προσθετικά επόμενες καταστάσεις μετασχηματισμών.
Τοπίο 1: Εθνικοί οδοί_Κ.Τ.Ε.Λ.
«…Ενώ όμως η διέλευση με μηχανοκίνητα μέσα από μεγάλους οδικούς άξονες προσφέρει μία συνολική αντίληψη της πόλης, η οχύρωση που προσφέρει το ιδιωτικό αυτοκίνητο απέναντι στο περιβάλλον αίρει εν πολλοίς τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από τις αναγκαστικές πορείες μέσα από ανοίκειες περιοχές της πόλης. Με το ραδιόφωνο στη διαπασών, με τη μηχανή να μουγκρίζει στις 4.οοο στροφές, αυτά που βλέπουμε από τα παράθυρα του αυτοκινήτου μας φαίνονται ακόμη πιο απόμακρα. Και ο κόσμος γίνεται μικρότερος, η πόλη μας πιο όμορφη, αλλά και πιο φτωχή.»
Παύλος Λέφας, Μηχανοκίνητα: η «επίσημη» πόλη[1]
Τα σύνορα της Ακαδημίας Πλάτωνος ταυτίζονται με τις λεωφόρους Κηφισσού, Λένορμαν, Κωνσταντινουπόλεως και Αθηνών [Καβάλας] στα δυτικά, βόρεια, ανατολικά και νότια αντίστοιχα. Η λεωφόρος Κηφισσού κατασκευάστηκε πάνω από τον ποταμό Κηφισσό που πηγάζει από το φυσικό κόμβο των βουνών Πεντέλης και Πάρνηθας της Αττικής και διαπερνάει την περιοχή, καταλήγοντας στον κόλπο του Σαρωνικού. Η χάραξη των υπολοίπων οδών είναι πολύ παλιά. Στον «Πίνακα των Αθηνών», χαρτογραφημένο το 1908 από τον Αθ. Γεωργιάδη, συναντάμε τις Λένορμαν και Κωνσταντινουπόλεως ως έχουν σήμερα, ενώ την Αθηνών με την ονομασία οδός Δανιήλ. Από χωματόδρομοι του νεοσύστατου πολεοδομικού σχεδίου αναπτύχθηκαν σήμερα σε οδούς ταχείας κυκλοφορίας που συγκεντρώνουν μεγάλη κινητικότητα οχημάτων και πολλές επιχειρήσεις κατά μήκος τους˙ κατεξοχήν χαρακτηριστικά μίας διάχυτης πόλης, όπως είναι η σύγχρονη Αθήνα.
Ένας διαβάτης δε μπορεί να νοιώσει οικεία στο περιβάλλον μεγαλοδομών του μητροπολιτικού πολιτισμού, όπως οι λεωφόροι και οι εθνικές οδοί, παρά μόνο σε γρήγορη ταχύτητα κίνησης. Δημιουργούν χώρους στους οποίους δε μπορεί να σταθεί κανείς και επιτελούν ακριβώς τη χρήση για την οποία κατασκευάσθηκαν˙ τη μετακίνηση. Η ταχύτητα των οχημάτων, η απλωμένη άσφαλτος, οι μπάρες ασφαλείας, η μεγάλη κλίμακα των εγκαταστάσεων που συντηρούν τέτοιες δομές παράγουν μία βιαιότητα στον άνθρωπο που περπατάει εκεί. Ο Richard Scoffier την εξισώνει με αυτή που κάποτε προκαλούσε η φύση:
«καταστροφικοί χείμαρροι, βουνά με απρόβλεπτες κατολισθήσεις ή αδιάβατα δάση, καταφύγια άγριων ζώων. Οι κίνδυνοι αυτοί έχουν σήμερα εξαλειφθεί και αντικατασταθεί από μια άλλη βία, πιο απάνθρωπη, πιο συνταρακτική, φορέας της οποίας είναι η ταχεία, ρυπαντική και πυκνή κίνηση των αυτοκινήτων.» [2]
Οι διερχόμενοι κάτοικοι κινούνται στο δημόσιο χώρο μέσω του ιδιωτικού χώρου που ορίζει το όχημά τους. Οι αποστάσεις μικραίνουν χρονικά και πρακτικά με τη χρήση του μηχανοκίνητου ως την πρωταρχική για την μετακίνηση στην πόλη, αλλά μεγαλώνουν όσον αφορά τη σχέση με τα τοπία που διαπερνάει ο οδηγός ή επιβάτης. Όπως το περιέγραψε ρεαλιστικά και ο Παύλος Λέφας στο κείμενό του Η «επίσημη» πόλη, η επικοινωνία με τις περιοχές περιορίζεται στη θέα από το παράθυρο του μηχανοκίνητου. Η Ακαδημία Πλάτωνος αποτελεί τη θέα του κατοίκου που οδηγεί από το κέντρο προς τα βόρεια, νότια, δυτικά προάστια της Αθήνας και αντίστροφα. Η προοπτική που χαράζεται στις λεωφόρους και εθνικές οδούς [περισσότερο στις Αθηνών και Κηφισσού], λόγω της γραμμικότητας πάνω στην οποία αναπτύσσονται, ξετυλίγει στον οδηγό και επιβάτη συστάδες μεγάλων εμπορικών κτηρίων. Γιγαντοαφίσες και διαφημιστικές πινακίδες πληροφορούν με μία κινηματογραφική ακολουθία για κάθε είδους εμπόρευμα και προϊόν για τον κάτοικο της πόλης. Το «κιναισθητικό βάθος αντικαθίσταται από το αμιγώς εγκεφαλικό»[3]. Αυτή η γραμμική ανάπτυξη δομημένου περιβάλλοντος και πληροφορίας δεν έχει κανέναν μορφολογικό κανόνα. Η κάθε επιχείρηση αυτοσχεδιάζει.
Οι χρήστες των οδών γύρω από την Ακαδημία Πλάτωνος παλαιότερα, με τα κάρα και το αργής ταχύτητας τραμ, είχαν ουσιαστική επαφή με την καθημερινότητα του τόπου που διέρχονταν˙ αποτελούσαν κομμάτι της. Ο Κώστας Χατζιώτης περιγράφει για την οδό Λένορμαν:
«Καθώς ο μεγάλος αυτός δρόμος οδηγούσε έξω από την πόλη, προς το προάστιο της Κολοκυνθούς [σ.σ.: Ακαδημία Πλάτωνος], παρουσίαζε πάντοτε μεγάλην κίνηση. Κατ’ αρχήν, κάθε πρωί, πριν ακόμη ξημερώσει, η Λένορμαν υποδεχόταν τους ουλαμούς των κυρ-Μέντιων, που κουβαλούσαν […] όλα τα νωπά προϊόντα που κατευθύνονταν από τα περιβόλια του Μενιδίου και της Κολοκυνθούς προς την αγορά της Αθήνας. Η καθημερινή αυτή παρέλαση ήταν πραγματικά εντυπωσιακή και έδινε […] ένα ιδιαίτερο χρώμα και ζωντάνια στην Λένορμαν […] Υπήρχε, όμως, και μια άλλη παρέλαση, όχι καθημερινή. Επραγματοποιείτο μόνο στις μεγάλες εορτές, όταν οι Αθηναίοι εσυνήθιζαν να επισκέπτονται τις εξοχές. Η Κολοκυνθού ήταν μία από τις αγαπημένες εξοχές των Αθηναίων».[4]
Οι λεωφόροι Κηφισσού και Αθηνών είναι δομές της πόλης που ολοένα επεκτείνονται [και μαζί τους και η ίδια η πόλη]. Είναι οι δρόμοι που κατακλύζονται από τους ταξιδιώτες του σαββατοκύριακου· η είσοδος και η έξοδος της μεγαλούπολης. Ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης αναφέρει χαρακτηριστικά πως οι εθνικές οδοί αποτελούν «την καλύτερη συμβολική αναπαράσταση της βίαιης ιδιοποίησης του «άλλου τοπίου» που βρίσκεται έξω από την πόλη και της επ’ άπειρον επέκτασης των προαστίων»[5]. Η Ακαδημία Πλάτωνος, περικυκλωμένη από αυτές τις λεωφόρους, είναι η περιοχή που διέρχονται οι ταξιδιώτες του σαββατοκύριακου ή επισκέπτες και κάτοικοι των προαστίων της Αθήνας. Σήμερα, η επαφή αυτή καθίσταται αμφίβολη μέσα από τη γρήγορη ταχύτητα των μηχανοκίνητων και την εισβολή μεγάλων επιχειρήσεων αμφίπλευρα των μεγάλων δρόμων.
Στη συμβολή των οδών Κηφισσού και Αθηνών βρίσκεται ο σταθμός υπεραστικών λεωφορείων, τα Κ.Τ.Ε.Λ. [Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων] Κηφισσού, και ο σταθμός Λαρίσης στο σημείο που καταλήγει η οδός Κωνσταντινουπόλεως. Σταθμοί – κόμβοι όπου συμβαίνουν πληθώρα γεγονότων. Ο σταθμός Κ.Τ.Ε.Λ. Κηφισσού, σε αντίθεση με το σταθμό Λαρίσης, είναι δύσκολα προσβάσιμος από το κέντρο της Αθήνας [με Ι.χ. ή ταξί ή τη γραμμή αστικού λεωφορείου 051] και αποτελεί προϊόν πρόχειρων και τυχαίων κατασκευών και προσθηκών. Η έλλειψη ενός ενιαίου σχεδιασμού δίνει μία χαοτική εντύπωση για τον χώρο αυτόν, ίσως και του παραμελημένου, γεγονός που δεν φαίνεται να απασχολεί κάποιον, αφού ο περισσότερος κόσμος θέλει απλά να φύγει, να εκδώσει το εισιτήριο του προορισμού του. Οι συχνοί ταξιδιώτες, βέβαια, φαίνεται πως είναι περισσότερο οικειοποιημένοι με τον χώρο αυτόν. Παρόλο, όμως, που η πρόσβαση και η έξοδος τους πραγματοποιείται διαμέσου της Ακαδημίας Πλάτωνος, τα Κ.Τ.Ε.Λ. αποτελούν έναν χώρο αποκομμένο από την περιοχή, αυτόνομο. Τα λεωφορεία από την περιφέρεια εισέρχονται κατευθείαν μέσω της λεωφόρου Κηφισσού στο κτήριο που στεγάζει την υπηρεσία των Κ.Τ.Ε.Λ.. Οι αφικνούμενοι ταξιδιώτες χρεώνουν ένα ταξί, επιβιβάζονται στο λεωφορείο της γραμμής 051 ή στο ιδιωτικό όχημα που τους περιμένει. Το αντίστροφο συμβαίνει κατά την αποχώρηση από την Αθήνα. Οι ταξιδιώτες, και στις τρεις περιπτώσεις, είναι διερχόμενοι της Ακαδημίας Πλάτωνος˙ όπως και οι οδηγοί στις λεωφόρους που συνορεύουν με την περιοχή. Η πρόσβαση στα Κ.Τ.Ε.Λ. είναι μία διαδικασία στην οποία από ένα πρώτο σημείο βρίσκεται σε ένα δεύτερο. Το ενδιάμεσο των σημείων συνιστά την απόσταση που χρειάζεται να καλυφθεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ο Γ. Τζιρτζιλάκης προσδιορίζει τον σταθμό υπεραστικών λεωφορείων ως «μια μεθοριακή και ασυνάρτητη κατάσταση στην καρδιά της πόλης» και την «ενδοβολή της περιφέρειας»[6] . Δεν πρόκειται παρά για έναν χώρο όπου κυριαρχεί το εφήμερο της καθημερινότητας μέσα από τη συμπύκνωση διαφορετικών κόσμων σε ένα σημείο˙ έναν κόμβο που συγκεντρώνει διαφορετικές ροές και σχέσεις από την Αθήνα και την περιφέρειά της.
Νέες δομές, όπως τα κτήρια που στεγάζουν το χρηματιστήριο Αθηνών και τη γενική ασφάλεια Αττικής, εμφανίζονται σήμερα επί της εθνικής οδού Αθηνών [Καβάλας] στο κομμάτι που συνορεύει με την Ακαδημία Πλάτωνος. Πρόκειται για κτήρια – σημεία, όπως και οι εγκαταστάσεις των Κ.Τ.Ε.Λ. Κηφισσού, που προσθέτουν έναν κομβικό και συγκεντρωτικό χαρακτήρα στην περιοχή. Η τοποθέτηση τέτοιων συμβολικών κτηρίων του σύγχρονου πολιτισμού αποδεικνύει και τους προσανατολισμούς του μετασχηματισμού της πρωτεύουσας. Ο Κωνσταντίνος Βήτα[7], παιδί που ζούσε «πέρα από το ποτάμι» [σ.σ.: τον Κηφισσό] γράφει το 1994:
«Η Αθήνα είναι όμορφη γιατί; […] Από το ΄87 και μετά, από τότε που άνοιξαν τα πρώτα εμπορικά κέντρα σε κάθε προάστιο, το κέντρο της Αθήνας δεν είχε νόημα. Οι εμπορικές επιχειρήσεις επεκτάθηκαν παντού. Στη Λένορμαν χρειάστηκε να καταστραφούν δύο κινηματογράφοι, η Αστόρια και η Αρμονία, για να γίνει το σούπερ-μάρκετ Ατλαντίκ […] Τα ευρωπαϊκά τυριά για τοστ ήταν δίπλα απ’ το σπίτι μας.»[8]
Οι εθνικές οδοί και λεωφόροι ταχείας κυκλοφορίας προσδιορίζονται σήμερα από τους όρους της απείρου ανάπτυξης και επέκτασης. Πέρα από την κύρια λειτουργία τους ως φορείς της μηχανοκίνητης μετακίνησης γεννούν κατά μήκος τους και οικονομικές δομές που βρίσκονται σε αμφίδρομη σχέση με την ανάπτυξη της πόλης. Με το φως της ημέρας η πόλη ταξιδεύει μέσω αυτών των «άλλων τόπων», ενώ τη νύχτα οι παράνομες δραστηριότητες συνομιλούν με τους διανυκτερεύοντες φύλακες των άδειων πλέον κτηρίων στα περίχωρα της Αθήνας.
[1] Από το βιβλίο Η μετάβαση της Αθήνας, επιμέλεια Χριστίνας Κάλμπαρη και Κώστα Ντάφλου, εκδ.futura, 2003
[2] Athens 2002 Absolute Realism, 8η διεθνής έκθεση αρχιτεκτονικής, μπιενάλε Βενετίας 2002, επίτροποι: Τάκης Κουμπής, Θανάσης Μουτσόπουλος, Richard Scoffier, σελ. 62
[3] Ό.π., σελ. 63
[4] Κώστας Χατζιώτης, Γειτονιές της παλιάς Αθήνας, το Μεταξουργείο (Κολωνός και Ακαδημία Πλάτωνος), εκδ. Δήμος Αθηναίων – Πολιτισμικός Οργανισμός, 2005, σελ. 58
[5] Γιώργος Τζιρτζιλάκης, Suburborama. Συναρμογές της διάχυτης πόλης, σελ. 146, [Χωρίς όρια: οι αχανείς εκτάσεις των αθηναϊκών προαστίων, επιμέλεια Νίκος Καζέρος & Παύλος Λέφας, εκδ.futura, 2003]
[6] Ό.π., σελ. 151
[7] Ο Κ.Β. σπούδασε ζωγραφική και γραφικές τέχνες στη Μελβούρνη Αυστραλίας και δημιούργησε το ηλεκτρονικό γκρουπ των Στέρεο Νόβα.
30.1.09
27.1.09
Η εξέλιξη της πόλης της Αθήνας [1834 – σήμερα]
Η πόλη της Αθήνας αποκτά έναν πρώτο αστικό πυρήνα μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα, οπότε και κηρύσσεται πρωτεύουσα του έως τότε επισημοποιημένου ελληνικού κράτους [1834]. Κατεδαφίζεται το τείχος του Χασεκή, το οποίο κατελάμβανε 1.104 στρέμματα[1], και η πόλη επεκτείνεται αρχικά με το πολεοδομικό σχέδιο των Κλεάνθη και Schaubert και αργότερα με τις αλλαγές που επέφερε το πολεοδομικό σχέδιο του Klenze. Η κοινωνική σύνθεση της νέας πρωτεύουσας βρήκε τον νεοκλασικισμό ως μέσο έκφρασης του δομημένου περιβάλλοντος. Πρόκειται περισσότερο, βέβαια, για έναν ρυθμό εκλεκτικισμού, προϊόν του ευρωπαϊκού ρομαντικού κινήματος [σε συνδυασμό με ελληνιστικά και ρωμαϊκά στοιχεία], η επιρροή του οποίου οφείλεται κυρίως στη βαυαρική αυλή που ασκούσε εξουσία την εποχή αυτή. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα η Αθήνα εξελίσσεται σταδιακά σε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα[2]. Ο πληθυσμός της φτάνει τους 70.000 κατοίκους και η πόλη εκσυγχρονίζεται μαζί με την ακμάζουσα αστική τάξη που δημιουργείται. Τα πρώτα προάστια που δημιουργήθηκαν από τους αστούς και περιγράφονταν από κατοικίες αυτού του υβριδικού εκλεκτικισμού, ενσωματώνονται στον αστικό ιστό. Οι μικροαστοί, οι έμποροι, οι βιοτέχνες, οι εργάτες που αποικούσαν την Αθήνα άρχισαν κι αυτοί να μιμούνται το νεοκλασικό στοιχείο των αστικών μεγάρων, μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και τη φαντασία. Μέσα σε ένα καλοκαίρι, όμως, ισοπεδώθηκαν οι οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στην πρωτεύουσα, κυρίως με την έλευση των προσφύγων από τα μικρασιατικά παράλια το 1922. Ο πληθυσμός αυξάνεται απότομα, οι ανάγκες για στέγαση και προσφορά εργασίας αναδύονται ταυτόχρονα με την αρχική φάση εκβιομηχάνισης στην πόλη της Αθήνας. Ο Χρίστος Ιακωβίδης, στο βιβλίο του Νεοελληνική αρχιτεκτονική και αστική ιδεολογία μας πληροφορεί πως:
Οι στεγαστικές πιέσεις επιταχύνουν την απόρριψη της πολυτελούς κοσμικής μεγαλοαστικής ενδυμασίας. Πιέσεις προκύπτουν από τις συνεχείς επεκτάσεις του «σχεδίου πόλεως» και αποζητούν λύσεις στο τρόπο συμβίωσης των αστών μεταξύ τους. Η Αθήνα για παράδειγμα, το 1824, είχε 9.040 κατοίκους. Το 1921 –πριν έρθουν οι πρόσφυγες-, 194.070. Το 1922 παρουσιάζει 69% αύξηση πληθυσμού με την άφιξη 129.380 ατόμων στην πόλη και 82% στον Πειραιά με την ένταξη 101.185 νέων κατοίκων.
Οι νέες συνθήκες διαβίωσης δημιούργησαν καινούριες ανάγκες, οπότε και εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ελληνικό αστικό χώρο διάταξη από τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό [Γ.Ο.Κ.] που επισημοποιεί την ομαδική κατοίκηση. Το 1919 ορίζεται πολεοδομικό διάταγμα για τα ύψη των οικοδομών, το 1922 συμπληρωματικό διάταγμα για την επαύξηση των υψών, το 1923 διάταγμα για τις αρχιτεκτονικές «προεξοχές» και το 1929 το καθοριστικό για τη μετέπειτα αστική δόμηση «περί οριζοντίου ιδιοκτησίας» [8741/1929][3]. Οι αλλαγές στους πολεοδομικούς κανονισμούς είναι η αρχή της «πολυκατοικίας», έτσι όπως εξελίσσεται έως και σήμερα. Βέβαια, η μορφή και η λειτουργία της πολυκατοικίας του μεσοπολέμου ακολουθεί την εσωστρέφεια της παραδοσιακής και νεοκλασικής μονοκατοικίας. Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο, τη δεκαετία του 1950 και έπειτα, η μορφή και λειτουργία της πολυκατοικίας υιοθετεί έναν πιο εξωστρεφή χαρακτήρα.
Η αστικοποίηση είναι πολύ πιο έντονη, λόγω της αναζήτησης καλύτερων συνθηκών διαβίωσης από κατοίκους της επαρχίας, που είχε θρυμματιστεί από τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Πληθυσμός συρρέει στην Αθήνα και παρόλο που η μερική εκβιομηχάνιση προσέφερε εργασία σε πολλούς, στη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών βοήθησε η συνθήκη της αντιπαροχής [ανταλλαγή γης με επιφάνεια διαμερίσματος]. Η στέγαση μέσω της αντιπαροχής κυριάρχησε στην ανοικοδόμηση της Αθήνας για τις τρεις επόμενες δεκαετίες -και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον ιστό της πόλης. Μπορεί το 1933 να τελέστηκε το 4ο διεθνές αρχιτεκτονικό συνέδριο στην Αθήνα, όπου οι κορυφαίοι τότε αρχιτέκτονες έθεταν τις αρχές για την μοντέρνα πόλη, για το πώς θα έπρεπε να είναι μία σύγχρονη πόλη για τον άνθρωπο, όμως η Αθήνα υιοθέτησε πολλές από αυτές τις αρχές ασυνείδητα και με έναν «μιμητικό» τρόπο. Για τον Kenneth Frampton η Αθήνα είναι ο παράδοξος τόπος του μοντερνισμού στο μεταμοντέρνο, τόσο ως λειτουργικό πρόγραμμα όσο και ως μορφολογική γλώσσα[4]. Η ιδιωτική πρωτοβουλία μεσουρανεί και καθορίζει τον πολεοδομικό ιστό της πόλης. Με τον «νόμο» της αντιπαροχής ο καινούριος άποικος της Αθήνας γίνεται αυτόματα ιδιοκτήτης και αστός, ενώ η πολιτεία απαλλάσσεται από την ευθύνη της στέγασης όλου αυτού του πληθυσμού που συσσωρεύεται και πυκνώνει στην πρωτεύουσα[5]. Όπως έχει γράψει και ο Henry Lefebvre το 1977 στο βιβλίο του Δικαίωμα στην Πόλη, Χώρος και Πολιτική:
«Στην Αθήνα μία σχετικά σημαντική εκβιομηχάνιση τράβηξε προς την πρωτεύουσα κατοίκους των κωμοπόλεων και τους χωρικούς. Η σύγχρονη Αθήνα δεν έχει πια τίποτε κοινό με την αρχαία πόλη, ξανασκεπασμένη, απορροφημένη, σκορπισμένη άναρχα. Τα μνημεία και οι χώροι [Αγορά, Ακρόπολη] που επιτρέπει να ξαναβρούμε την αρχαία Ελλάδα, δεν αποτελούν πια παρά μονάχα τόπο αισθητικού προσκυνήματος και τουριστικής κατανάλωσης […] ωστόσο, ο οργανωτικός, πυρήνας της πόλης παραμένει πολύ ισχυρός. Ο περίγυρός της που αποτελείται από καινούριες γειτονιές και ημι-παραγκουπόλεις, κατοικημένες από ανθρώπους ξεριζωμένους και αποδιοργανωμένους, εξασφαλίζει στον πυρήνα τεράστια ισχύ. Η γιγαντιαία άμορφη σχεδόν συγκέντρωση επιτρέπει σε εκείνους που κρατούν τα κέντρα απόφασης τις χειρότερες πολιτικές επιχειρήσεις.»
Μέχρι το 1970 περίπου η αστικοποίηση της Αθήνας αφορούσε έναν κάτοικο μίας μεγαλούπολης –πλέον- που έφερνε, όμως, μαζί του την ιδιοσυγκρασία του κατοίκου της επαρχίας. Η συμπεριφορά του και η επικοινωνία με τον χώρο και τα γεγονότα της μεγαλούπολης ήταν κάπως μουδιασμένες, δεν προλάβαινε να αντιδράσει στην ταχύτατη διεργασία που απαιτούσε η κατοίκηση σε μία τέτοια πόλη. Τα προάστια αυξήθηκαν και αστικοποιήθηκαν με αποτέλεσμα σήμερα να εντάσσουμε στον αστικό ιστό της Αθήνας την περιφέρεια και τις προαστιακές περιοχές της , όπως το Κιάτο, όπου η πρόσβαση εκεί είναι εύκολη λόγω του προαστιακού σιδηροδρόμου, ή άλλες περιοχές όπως τα Σπάτα και το Λαύριο, που με τη διάνοιξη της Αττικής οδού οι αποστάσεις από αυτές «μηδενίζονται». Το ανολοκλήρωτο της Αθήνας με τη συνεχή ανοικοδόμηση δεν έχει σταματήσει να υπενθυμίζει την υπόσχεση που μπορεί να προσφέρει αυτή η πόλη για μία διαφορετική συνθήκη κατοίκησης και προσφορά εργασίας. Μπορεί οι πρόσφατες πολεοδομικές και κτηριακές παρεμβάσεις στον αστικό της χώρο [από τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004 και μετά] να άλλαξαν απότομα το τοπίο και την εικόνα της σε αρκετά σημεία, όμως πολλές από αυτές τις εγκαταστάσεις δεν κατάφεραν να ενταχθούν στην καθημερινότητα της πόλης. Η Αθήνα προσπαθεί να γίνει μία πρωτεύουσα ανεξάρτητη, όπως και πολλές άλλες στην Ευρώπη [Λονδίνο, Παρίσι κ.ά.]˙ μία πόλη με παγκόσμια εμβέλεια, που θα συγκεντρώνει όχι μόνο φήμη, αλλά και επιχειρήσεις οικονομικού ενδιαφέροντος και διεθνών υπηρεσιών και επικοινωνιών. Είναι προφανές πως έχει ξεπεράσει τον χαρακτήρα της μητρόπολης. Τείνει να αποκτήσει δομές όπως μία γενική πόλη, όπου η περιφέρεια και το κέντρο αλληλεπιδρούν, κυρίως οικονομικοί μετανάστες από την Ασία, την Αφρική και τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, διαμορφώνουν τις δικές τους γειτονιές στο κέντρο και η ιστορία παίζει το ρόλο του τουριστικού θέρετρου και των αρχαιολογικών περιπάτων[6]. Για τον Rem Koolhaas η μετάπολις είναι «η πόλη που έχει απελευθερωθεί από τον ζουρλομανδύα της ταυτότητας»[7]. Η Αθήνα, όμως, συνεχίζει να προβληματίζεται για τον χαρακτήρα της. Το γεγονός ότι κρατάει ζωντανές όλες τις εποχές που έχει διανύσει, διαστέλλοντας την πολυπλοκότητά της, γεννάει ερωτήματα ως προς την ταυτότητά της. «Η πόλη μεγαλώνει πάνω στον εαυτό της, αποκτάει συνείδηση και μνήμη του εαυτού της»[8]. Η διάχυση του σήμερα είναι ορατή στον αστικό τρόπο ζωής όπου οι συνεχείς ροές κινητικότητας και καταστάσεων περιπλέκονται και διαμορφώνουν τον χώρο της καθημερινότητας γύρω μας μαζί με παρελθόντα που τυχαία ή επιτηδευμένα έχουν μείνει στη σύγχρονη επιφάνεια της πόλης. Η Αθήνα παραμένει ένα τεράστιο εργοτάξιο, που βρίσκει στο δρόμο της παρελθόντα και σταματάει τις εργασίες στη μέση, ή τα σβήνει τελείως από τη μνήμη της και συνεχίζει. Λειτουργεί σαν ένα σύνολο, παρόλο που η ιδιότητα της μικροκλίμακας, που γεννιέται διαρκώς μέσα από την πολυμορφία της, δεν μας αφήνει να αντιλαμβανόμαστε με σαφήνεια τον τρόπο αυτής της συνολικής λειτουργίας. «Οι πόλεις μέσα στην πόλη»[9] αντανακλούν τα πολλά επίπεδα της σύγχρονης Αθήνας και το δικαίωμα στην πόλη, στον αστικό τρόπο ζωής αποτελεί τις διεκδικήσεις και τριβές της σύγχρονης καθημερινότητας.
[1] Όπως μας πληροφορεί η Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη στο άρθρο Τα προάστια της Αθήνας τον 19ο αιώνα από το βιβλίο Χωρίς Όρια, οι αχανείς εκτάσεις των αθηναϊκών προαστίων, σελ. 167
[2] Από το 1840 κι ύστερα, σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα της 30ης Αυγούστου «Περί συγχωνεύσεως των Δήμων της επαρχίας Αττικής», όλες οι περιοχές γύρω από το κέντρο – τα προάστια – υπάγονται στον δήμο Αθηναίων, κάτι που ισχύει μέχρι και το 1908.
[3] Όπως μας πληροφορεί ο Χρίστος Ιακωβίδης στο βιβλίο του Νεοελληνική αρχιτεκτονική και αστική ιδεολογία, εκδόσεις Δωδώνη, 1982, σελ. 47.
[4] Από τον πρόλογο του ίδιου στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Μοντέρνα αρχιτεκτονική, Ιστορία και κριτική, εκδ. Θεμέλιο, 1999, σελ. 14
[5] Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις κρατικές διατάξεις για ένταξη αυθαίρετων συνοικιών που συγκεντρωνόντουσαν σταδιακά γύρω από την πόλη στον αστικό ιστό, μία πολιτική [σκοπιμότητα] που συνεχίζει μέχρι και σήμερα.
[6] Rem Koolhaas, Η Γενική Πόλη, Μετάπολις 2001/ Η σύγχρονη (ελληνική) πόλη, επιμέλεια Γιάννης Αίσωπος, Γιώργος Σημαιοφορίδης, εκδ. Atermon, 2001, σελ. 252
[7] Ό.π., σελ. 253
[8] Aldo Rossi, Η αρχιτεκτονική της πόλης, εκδ. University Studio Press, 1991, σελ. 61
[9] Τίτλος της εισήγησης του καθηγητή Σαρηγιάννη σε συζήτηση του συλλόγου υπαλλήλων βιβλίου – χάρτου Αττικής [12.10.2008] σχετική με την ανάπτυξη της Αθήνας.
Από την κατάργηση των ορίων στην καθημερινότητα της σύγχρονης δυτικής πόλης.
Οι απαρχές της μορφής της σύγχρονης δυτικής πόλης, όχι μόνο αυτής του κτισμένου περιβάλλοντος, αλλά και των κοινωνικών σχέσεων και δομών που τη συνθέτουν, εντοπίζονται στο ξέσπασμα της βιομηχανικής επανάστασης του 18ου και 19ου αιώνα αρχικά στη Βρετανία, και αργότερα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Μέχρι και τον 18ο αιώνα τα κέντρα των πόλεων καθορίζονταν από σαφή γεωγραφικά όρια τα οποία ταυτίζονταν τις περισσότερες φορές με τα περίκλειστα τείχη τους. Νέες βιομηχανικές εγκαταστάσεις αναπτύχθηκαν δίπλα από αυτά και προσέφεραν εργασία στα πλήθη που προσέρεαν εκεί. Αυτό οδήγησε σε απότομη αύξηση του πληθυσμού, η οποία με τη σειρά της έφερε νέες συνθήκες διαβίωσης στις πόλεις. Οι ανάγκες για την εγκατάσταση του νεοφερμένου πληθυσμού είχαν ως αποτέλεσμα την κατάργηση των τειχών των πόλεων αφού νέες κατοικίες κατασκευάστηκαν έξω από αυτά, γύρω από τα εργοστάσια. Το μέγεθος [γεωγραφικό και πληθυσμιακό] παύει να προσδιορίζεται από τα τείχη. Τα όρια δεν είναι πλέον διακριτά και συνεχώς μεταβάλλονται.
Η αλλαγή της κλίμακας χαρακτηρίζει το φαινόμενο της σφοδρής αστικοποίησης στον ευρωπαϊκό χώρο, η οποία προκάλεσε ριζικές αλλαγές στον τρόπο αντίληψης της αστικής κατοίκησης. Οι νέοι κάτοικοι απομακρύνθηκαν από τις πρωτογενείς παραγωγικές ασχολίες -όχι μόνο επειδή δεν καλλιεργούσαν αλλά και λόγω της επέκτασης του χτισμένου περιβάλλοντος. Αυτό με τη σειρά του αποτέλεσε την αιτία δημιουργίας μικρών εμπορικών καταστημάτων, ώστε να καλύπτονται κάποιες βασικές ανάγκες. Όσο περισσότερο έχαναν οι κάτοικοι των πόλεων την επαφή με το έδαφος [τη γη], τόσο αυξανόντουσαν και οι εμπορικές δραστηριότητες. Η αστική ζωή αρχίζει να διαχωρίζεται ως τρόπος κατοίκησης από την αγροτική. Στην αστική ζωή ο κάτοικος απομονώνεται, χάνεται μέσα στην πυκνότητα κόσμου και γεγονότων, αλλά ταυτόχρονα απελευθερώνεται ως άτομο και βρίσκει ευκαιρίες για κοινωνική ανάδυση και ευημερία. Η αγροτική κατοίκηση χαρακτηρίζεται από τις συνθήκες κοινοτικής διαβίωσης όπου οι σχέσεις των ανθρώπων εκεί είναι πιο στενές και προσωπικές κυρίως λόγω και της μικρής κλίμακας που ανάγκαζε σε σταθερή γειτνίαση[1]. Το απρόσωπο της πόλης ταυτιζόταν με τη «διάλυση των οικογενειακών δεσμών και της διάβρωσης των ανθρωπίνων σχέσεων»[2] και η πληθυσμιακή συσσώρευση μεταφραζόταν σε ατομική εξαθλίωση και ανθυγιεινό περιβάλλον. Η ύπαιθρος φάνταζε ως ο καθαρός τόπος με τους ωραίους κήπους και τις υγιείς κοινωνικές σχέσεις. Αυτή η αντίθεση πόλης και υπαίθρου γέννησε διάφορες ιδέες για το μέλλον των πόλεων. Ο Georg Simmel ήταν από τους πρώτους που περιέγραψαν το αίσθημα της ελευθερίας και της αβεβαιότητας που αιωρούνταν ταυτόχρονα πάνω από τον αστικό ουρανό[3]. Ενώ κάποιοι θεωρούσαν πως πρέπει να ξεφύγουμε από την αστική ζωή για να μπορέσουμε να έχουμε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, επιστρέφοντας στην αγροτική, κάποιοι άλλοι, αν και έβλεπαν με τον ίδιο τρόπο τις σύγχρονές τους συνθήκες αστικής κατοίκησης, θεωρούσαν πως η πόλη μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα καλύτερο περιβάλλον μέσω του σχεδιασμού, τόσο όσον αφορά την υγιεινή, όσο και τις κοινωνικές σχέσεις στους χώρους που θα δημιουργούντο[4]. Πέρα από τα πολεοδομικά –και όχι μόνο- σχέδια και τις ουτοπικές προτάσεις που έγιναν, το σημαντικό είναι πως η νεωτερική πόλη προσέφερε την ελπίδα απαλλαγής από τις άθλιες συνθήκες συνδιαβίωσης και την μετατροπή της σε ένα απελευθερωτικό περιβάλλον. Οι συνεχείς μεταβολές του περιβάλλοντος σε συνδυασμό με το άνοιγμα της ελεύθερης αγοράς και της αγοράς εργασίας έφεραν και νέες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες. Η προβιομηχανική κοινωνία έχει εξελιχθεί πλέον, από την αριστοκρατική γαιοκτησία, σε αστικοκεφαλαιοκρατική, κυρίως με την ανάπτυξη της εμπορικής κινητικότητας που έφερε η βιομηχανική επανάσταση, οπότε και η αστική γίνεται η πρωτεύουσα τάξη[5].
Ο πληθυσμός δε σταμάτησε να μετακινείται προς τις πόλεις με την ελπίδα της «ευκαιρίας», παρόλο που οι συνθήκες διαβίωσης ήταν δύσκολες. Η συνεχής εισροή νέων κατοίκων δημιουργούσε διαχωρισμούς ανάμεσα σε αυτούς και τους παλαιότερους, κάτι το οποίο ανακυκλωνόταν περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο τις κοινωνικές διεργασίες. Ο διαχωρισμός όρισε και τη διάκριση των κατοίκων σε κοινωνικές τάξεις, όπου η εγκατάσταση στο χώρο και ο ρόλος τους μέσα στην πόλη αποτελούσαν τα βασικά στοιχεία διαχωρισμού. Οι αστοίεργατική τάξη στα εγκαταλελειμμένα από τους αστούς κτήρια ή στα βιομηχανικά προάστια. Η πόλη αποτελεί πλέον το όριο και τον τόπο όπου εξελίσσονται οι κοινωνικές σχέσεις. Η κοινωνία των πόλεων του 19ου αιώνα, με τις εντάσεις και τις κρίσεις της, αποτυπώνεται στο κτισμένο περιβάλλον, τη διάρθρωση των λειτουργιών, την τυπολογία των κτηρίων, την κλίμακα και τη συσχέτιση των δραστηριοτήτων. Ο κρατικός παρεμβατισμός έρχεται για να «προστατεύσει» την πόλη από τις κοινωνικές αναστατώσεις, να δώσει ένα πρότυπο οργάνωσης στο χώρο της συλλογικής ζωής. Η πολιτική λειτουργία, που καταχράται η εκάστοτε [ανώτερη] τάξη, μπορεί να αποτελέσει πλέον «όργανο ελέγχου της εξέλιξης του κοινωνικού σχηματισμού»[6] και του δομημένου χώρου [ιδιωτικού και δημόσιου]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι πολεοδομικές παρεμβάσεις του Βαρόνου Haussmannου αιώνα [1850 – 1860]. Οι νέες φαρδιές λεωφόροι προσφέρονταν για στρατιωτικό έλεγχο σε περίπτωση κοινωνικών αναταραχών ενώ ταυτόχρονα άνοιξαν το πεδίο για μία διαφορετική εκδοχή του δημοσίου χώρου της πόλης. Παράπλευρα των λεωφόρων αναπτύχθηκαν ιδιωτικά οικοδομήματα [έως πέντε ορόφων] που στο ισόγειο στέγαζαν εμπορικά καταστήματα. Οι λεωφόροι κατέκτησαν το ρόλο του δημόσιου χώρου με την αλληλεπίδραση του αστικού πλήθους που συγκεντρωνόταν γύρω από τις βιτρίνες.
Στον 20ο αιώνα η πόλη μεγαλώνει ακόμη περισσότερο. Η αστικοποίηση παραγάγει μητροπολιτικές δομές. Τα πλήθη γίνονται μία μάζα που κινείται στον αστικό χώρο. Ο δημόσιος χώρος παύει να καθορίζεται από τα μέτωπα συνάντησής του με τον ιδιωτικό και σταδιακά χάνεται η σαφήνεια του διαχωρισμού τους. Το ιδιωτικό χάνει την έννοια του οικείου και το δημόσιο την έννοια της συνεύρεσης και αλληλοεπικοινωνίας. Ο 20ος αιώνας είναι ο αιώνας του εαυτού, όπου η ατομικότητα αποθεώνεται και ο άνθρωπος της μητρόπολης έχει τη δυνατότητα να διαφύγει από ένα συλλογικό μόρφωμα. Οι θεωρίες του Φρόιντ [Freud] που αφορούν το κρυμμένο υποσυνείδητο και τα απραγματοποίητα όνειρα του ατόμου διαβάζονται για πρώτη φορά την εποχή που αναδύεται ταχύτατα ο μαζικός καταναλωτισμός στις αστικές κοινωνίες. Οι μάζες που είχαν κατακλύσει τις πόλεις του 20ου αιώνα μπορούσαν πλέον να χειραγωγηθούν από τις εμπορικές – και όχι μόνο- επιχειρήσεις. Το γεγονός ότι ο κάτοικος της πόλης ένιωθε
ελεύθερος και ανεξάρτητος του έδινε την ευκαιρία να ζει «εγωιστικά», ατομικά˙ «ποθούσε» την αγορά και την κατανάλωση του «επιπλέον». Οι θεαματικές εξελίξεις στον χώρο της επιστήμης και της τεχνολογίας προσέφεραν τη δυνατότητα για μαζική και χαμηλού κόστους παραγωγή προϊόντων. Οι λεωφόροι του Παρισιού αποτελούσαν παλιότερα τον κατεξοχήν δημόσιο χώρο που στέγαζε εμπορικά καταστήματα απευθυνόμενα κυρίως στην αστική τάξη. Στον 20ο αιώνα, με τη μαζική παραγωγή, ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει από ένα καινούριο προϊόν. Ο κάτοικος εξισώνεται πλέον με την κατανάλωση αγαθών που προσφέρει η πόλη.
Ο μαζικός καταναλωτισμός, χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, διαμόρφωσε σε πολλές περιπτώσεις δυτικών πόλεων την οργάνωση του χώρου. Από τις κλειστές εμπορικές στοές και τις υπαίθριες αγορές έχουμε καταλήξει σήμερα στα τεράστια σε όγκο ιδιωτικά Mall που αντικαθιστούν το δημόσιο χώρο, αποκομμένα από τον ιστό της πόλης, δίπλα από δρόμους μαζικής κυκλοφορίας. Το τέλος της «παλιάς» πόλης, η ανανέωση του οικοδομικού πλούτου με την ταυτόχρονη συσσώρευση κόσμου, η αλλαγή της ταχύτητας κίνησης λόγω της ολοένα και αυξανόμενης χρήσης του αυτοκινήτου, η συνεχής επέκταση των εμπορικών δραστηριοτήτων χαρακτηρίζουν τη βιομηχανική και μετα-βιομηχανική κοινωνία που εξελίσσεται έτσι όπως αποτυπώνεται στη σημερινή μορφή των δυτικών πόλεων που κατοικούμε.
Η σημερινή πόλη, λοιπόν, χαρακτηρίζεται από διάχυση των μη διακριτών και ολοένα αυξανόμενων ορίων της. Η πολυπλοκότητα των ανθρώπων και τα γεγονότα που δημιουργεί η καθημερινή αλληλεπίδρασή τους, σε συνδυασμό με την πολλαπλότητα των πληροφοριών και τρόπων επικοινωνίας, διαμορφώνουν τον αστικό ιστό. Σύμφωνα με τον Henry Lefebvre, στη νεοκαπιταλιστική κοινωνία η δυναμική της πόλης, ορίζεται και δια-γράφεται από την καθημερινότητα της πόλης, τον αστικό τρόπο ζωής [urbain]. Η οργάνωση του χώρου υφίσταται από το ρόλο, τη θέση των κατοίκων και τη μεταξύ τους σχέση. Οι [ανώτερες] κοινωνικές ομάδες έχουν τη δυνατότητα να παρέμβουν σε αυτόν ταχύτατα ή (και) ριζικά, άμεσα ή έμμεσα, μέσα από διοικητικές, νομικές και άλλες διατάξεις. Η καθημερινή κινητικότητα, όμως, μπορεί να ορίσει η ίδια τη χρήση του χώρου όπου διαδραματίζεται. Ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά, ποσοτικά και ποιοτικά, στις εκάστοτε παρεμβάσεις αποδεικνύει το βαθμό της συλλογικής συνείδησης που μπορεί να έχουν κατακτήσει οι άνθρωποι που τη διαμορφώνουν, σε σχέση με το έδαφος το οποίο κατοικούν.
[1] Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για τις κοινωνικές σχέσεις της πόλης ως gesellschaft, σχέσεις απρόσωπες και συχνά συμβατικές που έρχονται σε αντίθεση με αυτές της αγροτικής ζωής, της υπαίθρου, που είναι σχέσεις δεμένες και πιο κλειστές, σχέσεις γειτνίασης (gemeinschaft). [Deborah Stevenson, Πόλεις και αστικοί πολιτισμοί, Πρόλογος και επιστημονική επιμέλεια Γιάννη Γιαννιτσιώτη, σελ.48]
[2] Ό.π , σελ. 61
[3] Georg Simmel, Πόλη και ψυχή, μτφρ Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ Έρασμος, Αθήνα, 1993
[4] Οι ιδέες για τις ουτοπικές πόλεις είναι η πρόταση στις δυσμενείς συνθήκες του αστικού τρόπου ζωής. Συνδύαζαν τα καλύτερα στοιχεία της πόλης με αυτά της υπαίθρου, χωρίς όμως ποτέ να καταφέρουν να πλησιάσουν τον ρεαλιστικό σχεδιασμό. Παρ΄όλα αυτά έδωσαν τροφή για έναν διάλογο που αφορά την εξέλιξη της δυτικής πόλης ως σήμερα, προοικονομώντας την οργάνωση του χώρου -ιδιωτικού και δημόσιου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κηπούπολη του Ebenezer Howard.
[5] Η κοινωνική ομάδα των εμπόρων και βιοτεχνών απέκτησε δικαιώματα στην εξουσία και διαχείριση του χώρου κυρίως λόγω της ανάπτυξης της εμπορικής κινητικότητας και επικοινωνίας στον κόσμο των πόλεων του 19ου αιώνα.
[6] Παντελής Λαζαρίδης, εισαγωγή στην ελληνική έκδοση, Οργάνωση του Χώρου στην Αστική Πόλη, του βιβλίου του Carlo Aymonino, Κυριαρχία και Υποτέλεια – Η εξέλιξη της μοντέρνας πόλης, 1974, σελ.11
ιδιωτικός χώρος
3.1.09
Αυτό δεν μπορεί παρά να είναι το μέλλον τους.

Αθήνα, Δεκέμβρης 2008

Πάτρα, Ιούνιος 2008
25.11.08
Νοέμβριος 2007
17.11.08
Το 1830 αποτελεί μία χρονολογία – ορόσημο για τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αποτέλεσμα της επανάστασης αλλά και πολιτικών παραγόντων, γεγονός που επηρέασε όπως είδαμε και την ευρωπαϊκή Δύση. Από τότε αρχίζει η διαμόρφωση μιας συνείδησης εθνικής, η οποία όμως μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους φέρει ένα πρωτόλειο χαρακτήρα. Πρέπει να σημειωθεί ότι σ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αι., χρόνια πολύ σημαντικά και αποφασιστικά για τους Έλληνες, τη νεοελληνική συνείδηση διαποτίζει και διαμορφώνει η «Μεγάλη Ιδέα». Εκείνο που προβάλλεται στον ιδεολογικό τομέα και εκφράζεται κατεξοχήν από τον ιστορικό Κων/νο Παπαρηγόπουλο είναι η ενότητα και η συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού. Ο όρος Ελληνισμός έρχεται και επανέρχεται ενώ ο μεγαλοϊδεατισμός με τον πρωτεϊκό χαρακτήρα του νοήματός του ενεργεί με ποικίλους τρόπους στην ελληνική συνείδηση. Στην αρχή του 20ου αι. ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα υλοποιήσει τα οράματα της συντριπτικής πλειοψηφίας του Έθνους με επιστέγασμα των προσπαθειών του τις νίκες στους Βαλκανικούς πολέμους. Την ευφορία των Βαλκανικών πολέμων διαδέχεται η δίνη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο εσωτερικός διχασμός και η μικρασιατική καταστροφή. Με αυτήν, θανατώνεται η Μεγάλη Ιδέα και μαζί της όλα τα πνευματικά στοιχεία που είχαν επηρεάσει τους Έλληνες έως τότε. Με την εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα αλλάζει ριζικά η παραδοσιακή μορφή της χώρας. Την πτώση που θα φέρει η ήττα στο μικρασιατικό πόλεμο θα ακολουθήσει μια ψυχική ανασύνταξη. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η Μεγάλη Ιδέα, της οποίας κάποιες βασικές ερμηνείες έχουν παύσει πλέον να είναι εφικτές, θα μείνει πάντοτε στο επίκεντρο των ελληνικών συνειδήσεων, προσαρμοσμένη, όσο γίνεται, στην νέα κατάσταση. Ο φόβος συρρίκνωσης του Ελληνισμού θα οδηγήσει σε ανασύνταξη των δυνάμεων. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου γίνεται στροφή που αποβλέπει στην «ελληνική πραγματικότητα» και τίθεται εκ νέου το θέμα της εθνικής ταυτότητας και αυτογνωσίας. Πολλοί θεωρητικοί επιδιώκουν να ανασυνδέσουν το νέο Ελληνισμό με τον αρχαίο κόσμο μέσα στα πλαίσια κάποιου Διαφωτισμού (Περ. Γιανννόπουλος, Ίωνας Δραγούμης). Παράδειγμα αυτής της αντίληψης που επικρατεί αποτελεί και η προσπάθεια του Άγγελου Σικελιανού, ο οποίος με τις Δελφικές παραστάσεις προσπαθεί να ενώσει μυστηριακά τον αρχαίο πολιτισμό με το σύγχρονο λαϊκό. Στην περίοδο του μεσοπολέμου, ενώ ο μεγαλοϊδεατισμός με τη μορφή της επέκτασης του ελληνικού κράτους έχει σβήσει, ο απόηχος της Μεγάλης Ιδέας μετασχηματισμένος σε νέες μορφές εξακολουθεί να υπάρχει και να επηρεάζει. Όσον αφορά τις πολιτικές και πολιτειακές ιδέες της γενιάς του ’30, προβάλλεται ως ιδανικό ο αστικός ουμανισμός που θα δώσει λύση στα προβλήματα της εποχής. Μια ιδεατή πολιτεία, ουτοπική και απραγματοποίητη που προσπαθεί να αντιταχθεί το σοσιαλιστικό ιδανικό που δυναμικά κάνει την εμφάνισή του. Δε βρέθηκε όμως και το κοινό σημείο επαφής απέναντι στον κίνδυνο που άρχισε να διαγράφεται στον κοινωνικό ορίζοντα: τον κίνδυνο του φασισμού. Η αποτυχία σε πολιτικό επίπεδο δημιουργίας μετώπου Δημοκρατίας θα έχει τις επιπτώσεις του στον ιδεολογικό-πνευματικό τομέα.
Επισημάναμε προηγουμένως ότι στην περίοδο του μεσοπολέμου γίνεται πολλαπλή προσπάθεια στήριξης των νέων ελληνοκεντρικών ιδεολογιών. Στα πλαίσια της ιδέας μιας Ελλάδας, «τόπου ιερού, λίκνου της Δύσης», που επιβάλλεται να ακτινοβολεί προβάλλονται τα αρχαία μνημεία μέσα από την αρχαιολογική ανασκαφή. Εκείνη την περίοδο ήταν που ένας λόγιος και αστός, ο Αριστόφρων, Αιγύπτιος κι ελληνικής καταγωγής, κατάφερε να επέμβει στο τοπίο της Ακαδημίας Πλάτωνος, επηρεασμένος από τις ιδέες του δυτικού πολιτισμού για τον ελλαδικό χώρο. Έτσι, το 1929 ο Αριστόφρων ξεκίνησε τις ανασκαφές στην περιοχή, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν τα αρχαία ευρήματα που υπάρχουν και σήμερα στο πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Οι έρευνες που διενεργούσε γινόντουσαν με δικά του χρήματα και όπου έβρισκε αρχαία, αγόραζε το οικόπεδο ώστε αργότερα να το κάνει δωρεά στο δημόσιο. Οι ανασκαφές του Αριστόφρονος σταματάνε το 1939 οπότε και τις έρευνες συνεχίζει μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, κατά τη δεκαετία του ’50, ο αρχαιολόγος Φοίβος Σταυρόπουλος. Η δεκαετία αυτή, όμως, χαρακτηρίζεται από την έντονη οικοδόμηση της Αθήνας, γεγονός που εμπόδισε τη συνέχεια των ανασκαφικών εργασιών. Πολλά αρχαία βρίσκονται σήμερα κάτω από τις πολυκατοικίες της αντιπαροχής που κυκλώνουν το πάρκο στην Ακαδημία Πλάτωνος. Για πρώτη φορά στη περιοχή αυτήν, το 1974 κηρύσσεται απαλλοτριούμενος χώρος μια έκταση 120 στρεμμάτων, η οποία το 1978 μειώνεται, ενώ ταυτόχρονα κηρύσσεται άλσος πρασίνου. Σήμερα από τα 150 περίπου στρέμματα εκκρεμεί η απαλλοτρίωση 10 στρεμμάτων. Αυτή η εκκρεμότητα είναι απαγορευτική για τη συνολική περίφραξη του χώρου, που σήμερα είναι χωρισμένος σε τρία τμήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο χώρος διακόπτεται από τις οδούς Δράκοντος και Μοναστηρίου, οι οποίες, εάν και εφ' όσον γίνουν οι σχετικές ρυμοτομικές ρυθμίσεις από το ΥΠΕΧΩΔΕ, θα καταργηθούν, ώστε να ενοποιηθούν τα τρία τμήματα. Μέχρι πρόσφατα η έκταση των 150 στρεμμάτων, που σήμερα είναι ελεύθερη και χαρακτηρισμένη ως «αρχαιολογικός χώρος» και «άλσος», κατακλυζόταν από σπίτια. Την περίοδο 1991 - 1993 απαλλοτριώθηκαν και κατεδαφίστηκαν 150 σπίτια στα οποία ζούσαν Τσιγγάνοι, ρακοσυλλέκτες, Πομάκοι που είχαν κατέβει από τη Θράκη, κ.ά.
Τι σημαίνει, όμως, η πράξη της απαλλοτρίωσης; Σύμφωνα με τον Aldo Rossi, «οι καταστροφές και οι κατεδαφίσεις, οι απαλλοτριώσεις και οι ριζικές αλλαγές στη χρήση του χώρου, καθώς και η εκμετάλλευση ή η παλαίωση, είναι μεταξύ των πιο γνωστών μέσων έκφρασης της δυναμικής της πόλης». Η Αθήνα αποτελεί μία πόλη γεννημένη μέσα από το μύθο, και το μνημείο που αποκαλύπτεται επικυρώνει αυτόν το μύθο. Μπορεί το 1930 να ήταν μία περίοδος αστικοποίησης, όπου μάζες ερχόντουσαν στο μικρό, ακόμη, αστικό κέντρο προς αναζήτηση εργασίας ή διαφορετικής ποιότητας ζωής –πέρα από τους χαρακτηρισμούς της καλής ή κακής ποιότητας ζωής- χωρίς να υπάρχει κάποιο πολεοδομικό ή οικοδομικό σχέδιο, αλλά φαίνεται πως είχε αρχίσει να διαμορφώνεται και μία αστική συνείδηση, ή έστω μία συνείδηση της πόλης που τώρα αναπτύσσεται και μεγαλώνει. Και η Αθήνα αποτελεί μία ακόμη πιο ιδιάζουσα περίπτωση, μιας και η ιστοριογραφία και τα μνημεία, μας υπενθυμίζουν πως ο τόπος πάνω στον οποίο αναπτύσσεται η πόλη φορτίζεται από γεγονότα και καταστάσεις που τρέχουν πολύ πίσω στο χρόνο. «Η πόλη μεγαλώνει πάνω στον εαυτό της, αποκτάει συνείδηση και μνήμη του εαυτού της». Η δυναμική της πόλης αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνει τον χαρακτήρα της μέσα στο χρόνο, όπως κάνει μέσα από συγκεκριμένες αποφάσεις που παίρνονται συνήθως από τις εκάστοτε αρχές (δημοτικές) -ανάδειξη ιστορικού κέντρου, εμπορικές οδοί, τοποθέτηση σημαινόντων κτηρίων, άλση κ.ά.-. Η Αθήνα είναι μία τέτοια πόλη, που θέλει να τονίσει την πορεία της μέσα στο χρόνο, την «ωριμότητά» της. Κίνητρα για αυτό φαίνεται να είναι η προβολή ενός πολιτισμού που έχει αφήσει τα ίχνη του σε αυτόν τον τόπο, όπως η περίπτωση της απαλλοτρίωσης που αρχίζει από το 1929 στην Ακαδημία Πλάτωνος, ή ακόμη και η προβολή ενός τέτοιου χαρακτήρα για τουριστική προσέλκυση και οικονομική εκμετάλλευση, που οδηγεί σε μεγαλύτερη ανάπτυξη.
Πώς, όμως, η πόλη όπου εφαρμόζονται ανάλογες αποφάσεις αλλάζει σε σχέση με την ίδια την απόφαση, αλλά και με τον τρόπο που αντιδρούν σε αυτήν οι κάτοικοί της; Για να μπορέσει κανείς να προσδιορίσει καλύτερα τη λειτουργία αντίστοιχων μηχανισμών, χρειάζεται να εντοπίσει πιο συγκεκριμένα τις αλλαγές που συμβαίνουν στα διάφορα τμήματα της πόλης. Παράγοντες όπως οι χρήσεις γης, η μορφολογία του εδάφους (σε συνδυασμό με αυτήν των οικοδομημάτων), αλλά και άλλοι, τμηματοποιούν την πόλη σε διαφορετικούς τόπους. Σε πείσμα της ατέρμονης παρέλασης των πιο ετερόκλητων χρήσεων η δομή της αστικότητας παραμένει σταθερή. «Η πόλη είναι η μορφή ενός όλου που συντίθεται από επιμέρους τμήματα, από διαφορές, είναι πάνω από όλα μορφές και τύποι που διαρκούν, κατακαθίζοντας μέσα στην τύρβη της ιστορίας» . Βέβαια, κάθε τέτοιο τμήμα αποτελεί και έναν μοναδικό τόπο, η ατομικότητα του οποίου προσδιορίζεται από το περιβάλλον που δημιούργησαν και δημιουργούν οι κάτοικοί του. Μπορεί τα αρχαία να αποτελούν ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει την Ακαδημία Πλάτωνος, αλλά δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί την περιοχή ως μοναδική χωρίς τη συγκεκριμένη ανθρώπινη παρουσία που δρα σε αυτήν. «[…] αναρωτήθηκα πολλές φορές πού αρχίζει η ατομικότητα, η ιδιαίτερη φύση δηλαδή ενός αστικού συντελεστή. Αν οφείλεται στην μορφή του, στη λειτουργία του, στη μνήμη ή σε τίποτε άλλο. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι οφείλεται στο γεγονός και στη μαρτυρία του, που είναι αυτή ακριβώς που παγιώνει το γεγονός». Έτσι, βλέπουμε στην Ακαδημία Πλάτωνος πως παρόλο που υπήρξε μία κίνηση – τομή στο τοπίο της από το δημόσιο, όπως η απαλλοτρίωση, η οποία είχε μεγάλη διάρκεια στην ιστορία του τόπου και συνεχίζει ακόμη και σήμερα, ο αρχαιολογικός χώρος που δημιουργήθηκε αποτελεί έναν από τους λίγους που λειτουργούν χωρίς εισιτήριο και με ελεύθερη πρόσβαση, γεγονός που τον έχει μετατρέψει σε πάρκο της περιοχής. Παρακολουθώντας τους εργάτες να σχολάνε από τις βιομηχανίες που βρίσκονται δίπλα σε αυτό και να το διασχίζουν στο δρόμο για το γυρισμό, τους κατοίκους των πολυκατοικιών της αντιπαροχής να έρχονται για βόλτα και την συναυλία που πραγματοποιείται στον χώρο του με τη συλλογική προσπάθεια των κατοίκων για θέμα που αφορά τον τόπο τους, φαίνεται πως το ίδιο το πάρκο, μαζί με τα αρχαία εκεί, αποτελούν ένα μοναδικό αστικό συντελεστή, διαμορφώνοντας όχι μόνο το τοπίο μορφολογικά, αλλά και τη συνείδηση των ανθρώπων που κατοικούν γύρω τους. Και η συλλογική μνήμη που διαμορφώνεται μέσα από τέτοιες διαδικασίες συμβάλει και αυτή στο μετασχηματισμό του χώρου μέσα από τη δράση του κοινωνικού συνόλου. Η δράση αυτή εμπεριέχει και το γεγονός της συναυλίας στην περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος. Η απόφαση για απαλλοτρίωση και ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου συμπεριλαμβάνει και την οικοδόμηση, σε κομμάτι της απαλλοτριωμένης περιοχής, του αρχαιολογικού μουσείου της Αθήνας έως το 2014. Δίπλα από αυτό το κομμάτι υπάρχει οικόπεδο που ανήκει σε ιδιώτη, στο οποίο οι δημοτικές αρχές σκοπεύουν να οικοδομήσουν πολυώροφο κτήριο για την νομαρχία Αθηνών. Δεν είναι δύσκολο να υποψιαστεί κανείς τους λόγους που δεν απαλλοτριώθηκε και εκείνο το οικόπεδο, ώστε να γίνουν κι εκεί ανασκαφικές εργασίες, μιας και ένα δημόσιο κτήριο που θα στεγάζει και εμπορικό κέντρο αποτελεί πρόσφορο έδαφος για κέρδος όταν λειτουργεί δίπλα σε ένα μουσείο για το οποίο προβλέπεται μεγάλη επισκεψιμότητα. Αν σκεφτούμε και τη λογική με την οποία επιλέγονται σήμερα αρχιτέκτονες διεθνούς φήμης ώστε να σχεδιάσουν δημόσια κτήρια σε μία πρωτεύουσα που ανταγωνίζεται πλέον με τις υπόλοιπες ανά τον κόσμο για τη διεθνή αναγνώριση και προβολή, τα οποία έχουν πολιτικό και οικονομικό σκοπό, όπως και έγινε με το μουσείο της Ακρόπολης και με το «στέγαστρο Καλατράβα» επί ολυμπιακών αγώνων, τότε μπορούμε ίσως να προϊδεαστούμε για τη σημασία όλου αυτού του εγχειρήματος και των οικονομικοπολιτικών συμφερόντων που το ακολουθούν. Και το γεγονός ακριβώς της διαμαρτυρίας των κατοίκων μέσω της συναυλίας (και όχι μόνο) προϋποθέτει τη συλλογική μνήμη, τη συλλογική συνείδηση ώστε αυτή η συλλογική δράση να φέρει αποτέλεσμα, να επέμβει στον τόπο όπου δημιουργήθηκε.
6.11.08
3.11.08
1.11.08
V
Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις 10, 8, 15
*Βασιλική Νάκου, Δύο ταξίδια στον Le Corbusier, επιμέλεια: Παναγιώτης Τουρνικώτης, εκδόσεις FUTURA, 2005, σελ. 89


*Βασιλική Νάκου, Δύο ταξίδια στον Le Corbusier, επιμέλεια: Παναγιώτης Τουρνικώτης, εκδόσεις FUTURA, 2005, σελ. 95
IV
* Το Ελληνικό Τοπίο, Μελέτες Ιστορικής Γεωγραφίας και Πρόσληψης του Τοπίου, επιμέλεια Παναγιώτη Ν. Δουκέλλη, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, Νοέμβριος 2007, σελ. 14
«το τοπίο είναι η τροφή που προσφέρεται στα μάτια μας, στις αισθήσεις μας, στη νοημοσύνη μας, στις καρδιές μας.»
Le Corbusier, Συζήτηση με τους φοιτητές της αρχιτεκτονικής
«Με τον όρο τοπίο (landscape) νοείται ένα μέρος μιας γεωγραφικής περιοχής, έτσι όπως αυτό γίνεται αντιληπτό από τους ανθρώπους, και του οποίου ο χαρακτήρας προκύπτει από τη δράση φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων, όπως και από τις αναμεταξύ τους αμοιβαίες επιδράσεις» [1]. Αρχικά, ο όρος «τοπίο», χρησιμοποιείτο από την επιστήμη της Γεωγραφίας για να καθορίσει ένα κομμάτι γης με συγκεκριμένα γεω-μορφολογικά χαρακτηριστικά, τα οποία μπορούσαν να απεικονιστούν σε έναν χάρτη. Αργότερα, προστέθηκε σε αυτόν και το ανθρώπινο στοιχείο, οπότε και το τοπίο άρχισε να παίρνει τον χαρακτήρα μιας πολυδιάστατης έννοιας, που εμπεριέχει φυσικά και πολιτισμικά στοιχεία. Εφόσον κάθε τοπίο είχε διαφορετικά κωδικοποιημένα τα όποια αυτά στοιχεία, υπήρξαν και διαφορετικοί τρόποι απεικόνισής του (στη ζωγραφική, τη φωτογραφία, τον κινηματογράφο και άλλα). Έτσι, ξεκίνησε μια τάση όπου το τοπίο αποτελούσε και μία εικονογραφία (picturesque), οπότε και εμφανίστηκε η αισθητική αντίληψη για αυτό. «Το γραφικό (picturesque) τελικά σημαίνει ό,τι είναι άξιο να παρασταθεί ζωγραφικά, λόγω της χαρακτηριστικής δομής και της εμφάνισης που διαθέτει, που είναι σύμφωνη προς τις ιδιαίτερες παραστατικές δυνατότητες της ζωγραφικής τέχνης.»[2] Τη βιομηχανική εποχή, που τα αστικά κέντρα είχαν αρχίσει να γίνονται ασφυκτικά από τις εργοστασιακές δομές και τη συσσώρευση κόσμου, και δημιουργείτο ένα περιβάλλον απομακρυσμένο από τη φύση, δημιουργήθηκαν ξανά ωραιοποιημένοι κήποι (Αγγλία), «εξωτερικά» περιβάλλοντα, πιο ελκυστικά από τα αστικά κέντρα για αισθητικούς λόγους (η γέννηση των οποίων απαντάται από την Αναγέννηση). Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα επικρατεί στη Δύση μία άποψη για την Ελλάδα που την ταυτίζει με το όμορφο, το μεγαλοπρεπές, το χαριτωμένο και το γραφικό.
(Α. Κουμαριανού, 1962: 7)
Ήταν και μία περίοδος που Ευρωπαίοι περιηγητές ταξίδευαν στην Ελλάδα για να ανακαλύψουν αυτά τα γραφικά τοπία, που αποτελούσαν όμως μία ιδέα, ένα όραμα, πριν καν τα επισκεφτούν. Για αυτό και στις τοπιογραφίες της εποχής, του ελλαδικού χώρου, συναντάμε σχεδόν αποκλειστικά τα ερείπια της αρχαίας Ελλάδας, απομονωμένα από μία κοινωνική πραγματικότητα. «Καρπός της αίσθησης και της νόησης, το τοπίο της ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας υπήρξε ένα τοπίο πνευματικό, που διαγραφόταν πάνω σε ένα υπερβατικό διάστημα […] Ο ελληνικός πολιτισμός θεωρούταν (και εξακολουθεί να θεωρείται) ως το λίκνο του δυτικού πολιτισμού, γεγονός που απέδιδε μια υπεριστορική αξία στην αρχαία Ελλάδα και, παράλληλα έναν υπερβατικό και εσχατολογικό χαρακτήρα: η Ελλάς, η αρχαία Ελλάδα, όφειλε να είναι ορατή, έστω και υπαινικτικά, για να είναι ισχυρή.»[3]
«συνάντησα στην Ελλάδα πολλούς καλλιτέχνες, Άγγλους και Γερμανούς, που ζωγράφιζαν ή παίρναν διαστάσεις, ώρες ατελείωτες και με τη σχολαστικότητα του πιο ευσυνείδητου σχολιαστή, αυτών των μνημείων, αυτών των ευγενικών δημιουργημάτων της μεγαλοφυΐας. Αξιοθρήνητοι σκλάβοι των κανόνων, του ελαχιστότατου καπρίτσιου των αρχαίων, κάθονται και γράφουν ολόκληρους τόμους για να διορθώσουν ένα λάθος σχετικά με τις διαστάσεις ενός επιστυλίου. Εγκαθίστανται στην Αθήνα επί οχτώ χρόνια με σκοπό να ζωγραφίσουν τρεις κολώνες […] και μετά από πολυετείς προσπάθειες οι θλιβερές τους ακουαρέλες καταφέρνουν επιτέλους ν’ αγγίσουν τον ύψιστο βαθμό της βαρετής τελειότητας»
Κόμης ντε Φορμπέν, 1817
Σήμερα, μία εποχή που όλα είναι συγκεχυμένα, και που προσπαθούμε να βρούμε ποια είναι η αστική και ποια η περιφερειακή ταυτότητα, ενώ, ταυτόχρονα, η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον, τη φύση, μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί διαταραγμένη, η έννοια του τοπίου και οι επιστήμες που ασχολούνται με αυτήν, έχουν αρχίσει να αποκτούν μείζονα σημασία στο διάλογο ανθρώπου και τοπίου. «Η οικολογία της δράσης συμβαίνει όταν λαμβάνει κανείς υπόψη την πολυπλοκότητα, το ρίσκο, το τυχαίο, την πρωτοβουλία και την αποφασιστικότητα για το απροσδόκητο και το απρόβλεπτο»[5]

[…] το τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο, απλώς, σύνολο της γης, φυτών και υδάτων, είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη.
[1] Ευρωπαϊκή σύμβαση για το τοπίο, Φλωρεντία, 2000
[2] Το Ελληνικό Τοπίο, Μελέτες Ιστορικής Γεωγραφίας και Πρόσληψης του Τοπίου, επιμέλεια Παναγιώτη Ν. Δουκέλλη, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, Νοέμβριος 2007, σελ. 188
[3] Ό.π, σελ. 206, 226
[4] Ό.π, σελ. 217, 222
III
Marcel Proust, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο
II

Κοιτάζοντας μία αεροφωτογραφία, αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τη γεωγραφική του θέση, καθώς η έκταση πρασίνου όπου υπάρχουν οι αρχαιολογικές ανασκαφές καλύπτει ένα μεγάλο και κεντρικό κομμάτι γης εκεί.Ταυτόχρονα, φαίνεται πως η πλευρά ανατολικά του πάρκου, που πλησιάζει προς το κέντρο της Αθήνας, χαρακτηρίζεται από πυκνή δόμηση κατοικιών και πολυ-κατοικιών σε αντίθεση με την απέναντι πλευρά, όπου η δόμηση αφορά πλέον μεγάλες εγκαταστάσεις και ανοιχτά οικόπεδα. Έτσι, η κεντρική θέση του πάρκου με τον αρχαιολογικό χώρο, το τοποθετεί ως το μέσο σύνδεσης ή διαχωρισμού αυτών των δύο πλευρών της περιοχής. Οι πληροφορίες που μπορεί να προσφέρει ένας περίπατος στην Ακαδημία Πλάτωνος δεν μπορούν να δώσουν την ιδέα μιας ομογενοποιημένης περιοχής, ενός συγκεκριμένου χαρακτήρα. Αυτό που λαμβάνει κανείς είναι ένα σύνολο από διαφορετικά τοπία· έναν τόπο χωρίς μία ενοποιητική δύναμη εικόνων. Δεν υπάρχει, τουλάχιστον σε ένα πρώτο βλέμμα, ένα ενιαίο σύνολο καταστάσεων, παρά ένα σύνολο τοπίων που κινούνται μέσα στον χρόνο.



Άλλα φέρουν μνήμες, όπως ο αρχαιολογικός χώρος, οι μεσοπολεμικές μονοκατοικίες ή οι εγκαταλειμμένες βιοτεχνίες, άλλα κινούνται σε έναν παροντικό χρόνο, όπως οι δραστηριότητες των κατοίκων στο πάρκο και στις πολυκατοικίες της αντιπαροχής,


ενώ άλλα φανερώνουν μία μεταβολή, μία απότομη αλλαγή των προηγούμενων καταστάσεων, όπως η εθνική οδός Αθηνών – Καβάλας, ένας δρόμος- σύνορο της περιοχής που έχει υποδεχτεί τις εγκαταστάσεις του νέου χρηματιστηρίου Αθηνών και άλλων που είναι σε αναμονή.

Δεν μπορεί κανείς να προσδώσει εύκολα μία συγκεκριμένη ταυτότητα στην Ακαδημία Πλάτωνος. Για να ερευνηθεί αυτή η ταυτότητα, χρειάζεται να γνωρίσει κάποιος ποιοι κινούνται στον τόπο αυτόν και πώς τον χρησιμοποιούν, πώς τον αντιλαμβάνονται. Τίποτε δεν μπορεί να φέρει ταυτότητα χωρίς ζωή, χωρίς τη μαρτυρία της παρουσίας, είτε αυτό είναι μία γωνιά σε έναν δρόμο είτε ολόκληρη πόλη. Ο χώρος προσδιορίζεται από την κίνησή μας σε αυτόν, από την αντίληψή μας – εφόσον τον έχουμε βιώσει. Ο Γκαστόν Μπασελάρ στο βιβλίο του η ποιητική του χώρου, επισημαίνει πως «ο χώρος, έτσι όπως τον συλλαμβάνει η φαντασία, δεν έχει πια σχέση με τον αδιάφορο χώρο του γεωμέτρη. Είναι ένας βιωμένος χώρος. Βιωμένος όχι μόνο στη θετικότητά του, αλλά και με όλες τις μεροληψίες της φαντασίας.»
I
* Ζακ Ντεριντά, η έννοια του αρχείου, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις ΕΚΚΡΕΜΕΣ, σελ. 79














































