30.1.09

27.1.09

- - - - - -









επίπεδα



hellas...







Η εξέλιξη της πόλης της Αθήνας [1834 – σήμερα]

Η πόλη της Αθήνας αποκτά έναν πρώτο αστικό πυρήνα μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα, οπότε και κηρύσσεται πρωτεύουσα του έως τότε επισημοποιημένου ελληνικού κράτους [1834]. Κατεδαφίζεται το τείχος του Χασεκή, το οποίο κατελάμβανε 1.104 στρέμματα[1], και η πόλη επεκτείνεται αρχικά με το πολεοδομικό σχέδιο των Κλεάνθη και Schaubert και αργότερα με τις αλλαγές που επέφερε το πολεοδομικό σχέδιο του Klenze. Η κοινωνική σύνθεση της νέας πρωτεύουσας βρήκε τον νεοκλασικισμό ως μέσο έκφρασης του δομημένου περιβάλλοντος. Πρόκειται περισσότερο, βέβαια, για έναν ρυθμό εκλεκτικισμού, προϊόν του ευρωπαϊκού ρομαντικού κινήματος [σε συνδυασμό με ελληνιστικά και ρωμαϊκά στοιχεία], η επιρροή του οποίου οφείλεται κυρίως στη βαυαρική αυλή που ασκούσε εξουσία την εποχή αυτή. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα η Αθήνα εξελίσσεται σταδιακά σε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα[2]. Ο πληθυσμός της φτάνει τους 70.000 κατοίκους και η πόλη εκσυγχρονίζεται μαζί με την ακμάζουσα αστική τάξη που δημιουργείται. Τα πρώτα προάστια που δημιουργήθηκαν από τους αστούς και περιγράφονταν από κατοικίες αυτού του υβριδικού εκλεκτικισμού, ενσωματώνονται στον αστικό ιστό. Οι μικροαστοί, οι έμποροι, οι βιοτέχνες, οι εργάτες που αποικούσαν την Αθήνα άρχισαν κι αυτοί να μιμούνται το νεοκλασικό στοιχείο των αστικών μεγάρων, μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και τη φαντασία. Μέσα σε ένα καλοκαίρι, όμως, ισοπεδώθηκαν οι οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στην πρωτεύουσα, κυρίως με την έλευση των προσφύγων από τα μικρασιατικά παράλια το 1922. Ο πληθυσμός αυξάνεται απότομα, οι ανάγκες για στέγαση και προσφορά εργασίας αναδύονται ταυτόχρονα με την αρχική φάση εκβιομηχάνισης στην πόλη της Αθήνας. Ο Χρίστος Ιακωβίδης, στο βιβλίο του Νεοελληνική αρχιτεκτονική και αστική ιδεολογία μας πληροφορεί πως:

Οι στεγαστικές πιέσεις επιταχύνουν την απόρριψη της πολυτελούς κοσμικής μεγαλοαστικής ενδυμασίας. Πιέσεις προκύπτουν από τις συνεχείς επεκτάσεις του «σχεδίου πόλεως» και αποζητούν λύσεις στο τρόπο συμβίωσης των αστών μεταξύ τους. Η Αθήνα για παράδειγμα, το 1824, είχε 9.040 κατοίκους. Το 1921 –πριν έρθουν οι πρόσφυγες-, 194.070. Το 1922 παρουσιάζει 69% αύξηση πληθυσμού με την άφιξη 129.380 ατόμων στην πόλη και 82% στον Πειραιά με την ένταξη 101.185 νέων κατοίκων.

Οι νέες συνθήκες διαβίωσης δημιούργησαν καινούριες ανάγκες, οπότε και εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ελληνικό αστικό χώρο διάταξη από τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό [Γ.Ο.Κ.] που επισημοποιεί την ομαδική κατοίκηση. Το 1919 ορίζεται πολεοδομικό διάταγμα για τα ύψη των οικοδομών, το 1922 συμπληρωματικό διάταγμα για την επαύξηση των υψών, το 1923 διάταγμα για τις αρχιτεκτονικές «προεξοχές» και το 1929 το καθοριστικό για τη μετέπειτα αστική δόμηση «περί οριζοντίου ιδιοκτησίας» [8741/1929][3]. Οι αλλαγές στους πολεοδομικούς κανονισμούς είναι η αρχή της «πολυκατοικίας», έτσι όπως εξελίσσεται έως και σήμερα. Βέβαια, η μορφή και η λειτουργία της πολυκατοικίας του μεσοπολέμου ακολουθεί την εσωστρέφεια της παραδοσιακής και νεοκλασικής μονοκατοικίας. Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο, τη δεκαετία του 1950 και έπειτα, η μορφή και λειτουργία της πολυκατοικίας υιοθετεί έναν πιο εξωστρεφή χαρακτήρα.

Η αστικοποίηση είναι πολύ πιο έντονη, λόγω της αναζήτησης καλύτερων συνθηκών διαβίωσης από κατοίκους της επαρχίας, που είχε θρυμματιστεί από τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Πληθυσμός συρρέει στην Αθήνα και παρόλο που η μερική εκβιομηχάνιση προσέφερε εργασία σε πολλούς, στη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών βοήθησε η συνθήκη της αντιπαροχής [ανταλλαγή γης με επιφάνεια διαμερίσματος]. Η στέγαση μέσω της αντιπαροχής κυριάρχησε στην ανοικοδόμηση της Αθήνας για τις τρεις επόμενες δεκαετίες -και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον ιστό της πόλης. Μπορεί το 1933 να τελέστηκε το 4ο διεθνές αρχιτεκτονικό συνέδριο στην Αθήνα, όπου οι κορυφαίοι τότε αρχιτέκτονες έθεταν τις αρχές για την μοντέρνα πόλη, για το πώς θα έπρεπε να είναι μία σύγχρονη πόλη για τον άνθρωπο, όμως η Αθήνα υιοθέτησε πολλές από αυτές τις αρχές ασυνείδητα και με έναν «μιμητικό» τρόπο. Για τον Kenneth Frampton η Αθήνα είναι ο παράδοξος τόπος του μοντερνισμού στο μεταμοντέρνο, τόσο ως λειτουργικό πρόγραμμα όσο και ως μορφολογική γλώσσα[4]. Η ιδιωτική πρωτοβουλία μεσουρανεί και καθορίζει τον πολεοδομικό ιστό της πόλης. Με τον «νόμο» της αντιπαροχής ο καινούριος άποικος της Αθήνας γίνεται αυτόματα ιδιοκτήτης και αστός, ενώ η πολιτεία απαλλάσσεται από την ευθύνη της στέγασης όλου αυτού του πληθυσμού που συσσωρεύεται και πυκνώνει στην πρωτεύουσα[5]. Όπως έχει γράψει και ο Henry Lefebvre το 1977 στο βιβλίο του Δικαίωμα στην Πόλη, Χώρος και Πολιτική:

«Στην Αθήνα μία σχετικά σημαντική εκβιομηχάνιση τράβηξε προς την πρωτεύουσα κατοίκους των κωμοπόλεων και τους χωρικούς. Η σύγχρονη Αθήνα δεν έχει πια τίποτε κοινό με την αρχαία πόλη, ξανασκεπασμένη, απορροφημένη, σκορπισμένη άναρχα. Τα μνημεία και οι χώροι [Αγορά, Ακρόπολη] που επιτρέπει να ξαναβρούμε την αρχαία Ελλάδα, δεν αποτελούν πια παρά μονάχα τόπο αισθητικού προσκυνήματος και τουριστικής κατανάλωσης […] ωστόσο, ο οργανωτικός, πυρήνας της πόλης παραμένει πολύ ισχυρός. Ο περίγυρός της που αποτελείται από καινούριες γειτονιές και ημι-παραγκουπόλεις, κατοικημένες από ανθρώπους ξεριζωμένους και αποδιοργανωμένους, εξασφαλίζει στον πυρήνα τεράστια ισχύ. Η γιγαντιαία άμορφη σχεδόν συγκέντρωση επιτρέπει σε εκείνους που κρατούν τα κέντρα απόφασης τις χειρότερες πολιτικές επιχειρήσεις.»

Μέχρι το 1970 περίπου η αστικοποίηση της Αθήνας αφορούσε έναν κάτοικο μίας μεγαλούπολης –πλέον- που έφερνε, όμως, μαζί του την ιδιοσυγκρασία του κατοίκου της επαρχίας. Η συμπεριφορά του και η επικοινωνία με τον χώρο και τα γεγονότα της μεγαλούπολης ήταν κάπως μουδιασμένες, δεν προλάβαινε να αντιδράσει στην ταχύτατη διεργασία που απαιτούσε η κατοίκηση σε μία τέτοια πόλη. Τα προάστια αυξήθηκαν και αστικοποιήθηκαν με αποτέλεσμα σήμερα να εντάσσουμε στον αστικό ιστό της Αθήνας την περιφέρεια και τις προαστιακές περιοχές της , όπως το Κιάτο, όπου η πρόσβαση εκεί είναι εύκολη λόγω του προαστιακού σιδηροδρόμου, ή άλλες περιοχές όπως τα Σπάτα και το Λαύριο, που με τη διάνοιξη της Αττικής οδού οι αποστάσεις από αυτές «μηδενίζονται». Το ανολοκλήρωτο της Αθήνας με τη συνεχή ανοικοδόμηση δεν έχει σταματήσει να υπενθυμίζει την υπόσχεση που μπορεί να προσφέρει αυτή η πόλη για μία διαφορετική συνθήκη κατοίκησης και προσφορά εργασίας. Μπορεί οι πρόσφατες πολεοδομικές και κτηριακές παρεμβάσεις στον αστικό της χώρο [από τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004 και μετά] να άλλαξαν απότομα το τοπίο και την εικόνα της σε αρκετά σημεία, όμως πολλές από αυτές τις εγκαταστάσεις δεν κατάφεραν να ενταχθούν στην καθημερινότητα της πόλης. Η Αθήνα προσπαθεί να γίνει μία πρωτεύουσα ανεξάρτητη, όπως και πολλές άλλες στην Ευρώπη [Λονδίνο, Παρίσι κ.ά.]˙ μία πόλη με παγκόσμια εμβέλεια, που θα συγκεντρώνει όχι μόνο φήμη, αλλά και επιχειρήσεις οικονομικού ενδιαφέροντος και διεθνών υπηρεσιών και επικοινωνιών. Είναι προφανές πως έχει ξεπεράσει τον χαρακτήρα της μητρόπολης. Τείνει να αποκτήσει δομές όπως μία γενική πόλη, όπου η περιφέρεια και το κέντρο αλληλεπιδρούν, κυρίως οικονομικοί μετανάστες από την Ασία, την Αφρική και τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, διαμορφώνουν τις δικές τους γειτονιές στο κέντρο και η ιστορία παίζει το ρόλο του τουριστικού θέρετρου και των αρχαιολογικών περιπάτων[6]. Για τον Rem Koolhaas η μετάπολις είναι «η πόλη που έχει απελευθερωθεί από τον ζουρλομανδύα της ταυτότητας»[7]. Η Αθήνα, όμως, συνεχίζει να προβληματίζεται για τον χαρακτήρα της. Το γεγονός ότι κρατάει ζωντανές όλες τις εποχές που έχει διανύσει, διαστέλλοντας την πολυπλοκότητά της, γεννάει ερωτήματα ως προς την ταυτότητά της. «Η πόλη μεγαλώνει πάνω στον εαυτό της, αποκτάει συνείδηση και μνήμη του εαυτού της»[8]. Η διάχυση του σήμερα είναι ορατή στον αστικό τρόπο ζωής όπου οι συνεχείς ροές κινητικότητας και καταστάσεων περιπλέκονται και διαμορφώνουν τον χώρο της καθημερινότητας γύρω μας μαζί με παρελθόντα που τυχαία ή επιτηδευμένα έχουν μείνει στη σύγχρονη επιφάνεια της πόλης. Η Αθήνα παραμένει ένα τεράστιο εργοτάξιο, που βρίσκει στο δρόμο της παρελθόντα και σταματάει τις εργασίες στη μέση, ή τα σβήνει τελείως από τη μνήμη της και συνεχίζει. Λειτουργεί σαν ένα σύνολο, παρόλο που η ιδιότητα της μικροκλίμακας, που γεννιέται διαρκώς μέσα από την πολυμορφία της, δεν μας αφήνει να αντιλαμβανόμαστε με σαφήνεια τον τρόπο αυτής της συνολικής λειτουργίας. «Οι πόλεις μέσα στην πόλη»[9] αντανακλούν τα πολλά επίπεδα της σύγχρονης Αθήνας και το δικαίωμα στην πόλη, στον αστικό τρόπο ζωής αποτελεί τις διεκδικήσεις και τριβές της σύγχρονης καθημερινότητας.



[1] Όπως μας πληροφορεί η Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη στο άρθρο Τα προάστια της Αθήνας τον 19ο αιώνα από το βιβλίο Χωρίς Όρια, οι αχανείς εκτάσεις των αθηναϊκών προαστίων, σελ. 167

[2] Από το 1840 κι ύστερα, σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα της 30ης Αυγούστου «Περί συγχωνεύσεως των Δήμων της επαρχίας Αττικής», όλες οι περιοχές γύρω από το κέντρο – τα προάστια – υπάγονται στον δήμο Αθηναίων, κάτι που ισχύει μέχρι και το 1908.

[3] Όπως μας πληροφορεί ο Χρίστος Ιακωβίδης στο βιβλίο του Νεοελληνική αρχιτεκτονική και αστική ιδεολογία, εκδόσεις Δωδώνη, 1982, σελ. 47.

[4] Από τον πρόλογο του ίδιου στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Μοντέρνα αρχιτεκτονική, Ιστορία και κριτική, εκδ. Θεμέλιο, 1999, σελ. 14

[5] Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις κρατικές διατάξεις για ένταξη αυθαίρετων συνοικιών που συγκεντρωνόντουσαν σταδιακά γύρω από την πόλη στον αστικό ιστό, μία πολιτική [σκοπιμότητα] που συνεχίζει μέχρι και σήμερα.

[6] Rem Koolhaas, Η Γενική Πόλη, Μετάπολις 2001/ Η σύγχρονη (ελληνική) πόλη, επιμέλεια Γιάννης Αίσωπος, Γιώργος Σημαιοφορίδης, εκδ. Atermon, 2001, σελ. 252

[7] Ό.π., σελ. 253

[8] Aldo Rossi, Η αρχιτεκτονική της πόλης, εκδ. University Studio Press, 1991, σελ. 61

[9] Τίτλος της εισήγησης του καθηγητή Σαρηγιάννη σε συζήτηση του συλλόγου υπαλλήλων βιβλίου – χάρτου Αττικής [12.10.2008] σχετική με την ανάπτυξη της Αθήνας.


στοές


επεισόδια







Από την κατάργηση των ορίων στην καθημερινότητα της σύγχρονης δυτικής πόλης.

Οι απαρχές της μορφής της σύγχρονης δυτικής πόλης, όχι μόνο αυτής του κτισμένου περιβάλλοντος, αλλά και των κοινωνικών σχέσεων και δομών που τη συνθέτουν, εντοπίζονται στο ξέσπασμα της βιομηχανικής επανάστασης του 18ου και 19ου αιώνα αρχικά στη Βρετανία, και αργότερα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Μέχρι και τον 18ο αιώνα τα κέντρα των πόλεων καθορίζονταν από σαφή γεωγραφικά όρια τα οποία ταυτίζονταν τις περισσότερες φορές με τα περίκλειστα τείχη τους. Νέες βιομηχανικές εγκαταστάσεις αναπτύχθηκαν δίπλα από αυτά και προσέφεραν εργασία στα πλήθη που προσέρεαν εκεί. Αυτό οδήγησε σε απότομη αύξηση του πληθυσμού, η οποία με τη σειρά της έφερε νέες συνθήκες διαβίωσης στις πόλεις. Οι ανάγκες για την εγκατάσταση του νεοφερμένου πληθυσμού είχαν ως αποτέλεσμα την κατάργηση των τειχών των πόλεων αφού νέες κατοικίες κατασκευάστηκαν έξω από αυτά, γύρω από τα εργοστάσια. Το μέγεθος [γεωγραφικό και πληθυσμιακό] παύει να προσδιορίζεται από τα τείχη. Τα όρια δεν είναι πλέον διακριτά και συνεχώς μεταβάλλονται.

Η αλλαγή της κλίμακας χαρακτηρίζει το φαινόμενο της σφοδρής αστικοποίησης στον ευρωπαϊκό χώρο, η οποία προκάλεσε ριζικές αλλαγές στον τρόπο αντίληψης της αστικής κατοίκησης. Οι νέοι κάτοικοι απομακρύνθηκαν από τις πρωτογενείς παραγωγικές ασχολίες -όχι μόνο επειδή δεν καλλιεργούσαν αλλά και λόγω της επέκτασης του χτισμένου περιβάλλοντος. Αυτό με τη σειρά του αποτέλεσε την αιτία δημιουργίας μικρών εμπορικών καταστημάτων, ώστε να καλύπτονται κάποιες βασικές ανάγκες. Όσο περισσότερο έχαναν οι κάτοικοι των πόλεων την επαφή με το έδαφος [τη γη], τόσο αυξανόντουσαν και οι εμπορικές δραστηριότητες. Η αστική ζωή αρχίζει να διαχωρίζεται ως τρόπος κατοίκησης από την αγροτική. Στην αστική ζωή ο κάτοικος απομονώνεται, χάνεται μέσα στην πυκνότητα κόσμου και γεγονότων, αλλά ταυτόχρονα απελευθερώνεται ως άτομο και βρίσκει ευκαιρίες για κοινωνική ανάδυση και ευημερία. Η αγροτική κατοίκηση χαρακτηρίζεται από τις συνθήκες κοινοτικής διαβίωσης όπου οι σχέσεις των ανθρώπων εκεί είναι πιο στενές και προσωπικές κυρίως λόγω και της μικρής κλίμακας που ανάγκαζε σε σταθερή γειτνίαση[1]. Το απρόσωπο της πόλης ταυτιζόταν με τη «διάλυση των οικογενειακών δεσμών και της διάβρωσης των ανθρωπίνων σχέσεων»[2] και η πληθυσμιακή συσσώρευση μεταφραζόταν σε ατομική εξαθλίωση και ανθυγιεινό περιβάλλον. Η ύπαιθρος φάνταζε ως ο καθαρός τόπος με τους ωραίους κήπους και τις υγιείς κοινωνικές σχέσεις. Αυτή η αντίθεση πόλης και υπαίθρου γέννησε διάφορες ιδέες για το μέλλον των πόλεων. Ο Georg Simmel ήταν από τους πρώτους που περιέγραψαν το αίσθημα της ελευθερίας και της αβεβαιότητας που αιωρούνταν ταυτόχρονα πάνω από τον αστικό ουρανό[3]. Ενώ κάποιοι θεωρούσαν πως πρέπει να ξεφύγουμε από την αστική ζωή για να μπορέσουμε να έχουμε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, επιστρέφοντας στην αγροτική, κάποιοι άλλοι, αν και έβλεπαν με τον ίδιο τρόπο τις σύγχρονές τους συνθήκες αστικής κατοίκησης, θεωρούσαν πως η πόλη μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα καλύτερο περιβάλλον μέσω του σχεδιασμού, τόσο όσον αφορά την υγιεινή, όσο και τις κοινωνικές σχέσεις στους χώρους που θα δημιουργούντο[4]. Πέρα από τα πολεοδομικά –και όχι μόνο- σχέδια και τις ουτοπικές προτάσεις που έγιναν, το σημαντικό είναι πως η νεωτερική πόλη προσέφερε την ελπίδα απαλλαγής από τις άθλιες συνθήκες συνδιαβίωσης και την μετατροπή της σε ένα απελευθερωτικό περιβάλλον. Οι συνεχείς μεταβολές του περιβάλλοντος σε συνδυασμό με το άνοιγμα της ελεύθερης αγοράς και της αγοράς εργασίας έφεραν και νέες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες. Η προβιομηχανική κοινωνία έχει εξελιχθεί πλέον, από την αριστοκρατική γαιοκτησία, σε αστικοκεφαλαιοκρατική, κυρίως με την ανάπτυξη της εμπορικής κινητικότητας που έφερε η βιομηχανική επανάσταση, οπότε και η αστική γίνεται η πρωτεύουσα τάξη[5].

Ο πληθυσμός δε σταμάτησε να μετακινείται προς τις πόλεις με την ελπίδα της «ευκαιρίας», παρόλο που οι συνθήκες διαβίωσης ήταν δύσκολες. Η συνεχής εισροή νέων κατοίκων δημιουργούσε διαχωρισμούς ανάμεσα σε αυτούς και τους παλαιότερους, κάτι το οποίο ανακυκλωνόταν περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο τις κοινωνικές διεργασίες. Ο διαχωρισμός όρισε και τη διάκριση των κατοίκων σε κοινωνικές τάξεις, όπου η εγκατάσταση στο χώρο και ο ρόλος τους μέσα στην πόλη αποτελούσαν τα βασικά στοιχεία διαχωρισμού. Οι αστοίεργατική τάξη στα εγκαταλελειμμένα από τους αστούς κτήρια ή στα βιομηχανικά προάστια. Η πόλη αποτελεί πλέον το όριο και τον τόπο όπου εξελίσσονται οι κοινωνικές σχέσεις. Η κοινωνία των πόλεων του 19ου αιώνα, με τις εντάσεις και τις κρίσεις της, αποτυπώνεται στο κτισμένο περιβάλλον, τη διάρθρωση των λειτουργιών, την τυπολογία των κτηρίων, την κλίμακα και τη συσχέτιση των δραστηριοτήτων. Ο κρατικός παρεμβατισμός έρχεται για να «προστατεύσει» την πόλη από τις κοινωνικές αναστατώσεις, να δώσει ένα πρότυπο οργάνωσης στο χώρο της συλλογικής ζωής. Η πολιτική λειτουργία, που καταχράται η εκάστοτε [ανώτερη] τάξη, μπορεί να αποτελέσει πλέον «όργανο ελέγχου της εξέλιξης του κοινωνικού σχηματισμού»[6] και του δομημένου χώρου [ιδιωτικού και δημόσιου]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι πολεοδομικές παρεμβάσεις του Βαρόνου Haussmannου αιώνα [1850 – 1860]. Οι νέες φαρδιές λεωφόροι προσφέρονταν για στρατιωτικό έλεγχο σε περίπτωση κοινωνικών αναταραχών ενώ ταυτόχρονα άνοιξαν το πεδίο για μία διαφορετική εκδοχή του δημοσίου χώρου της πόλης. Παράπλευρα των λεωφόρων αναπτύχθηκαν ιδιωτικά οικοδομήματα [έως πέντε ορόφων] που στο ισόγειο στέγαζαν εμπορικά καταστήματα. Οι λεωφόροι κατέκτησαν το ρόλο του δημόσιου χώρου με την αλληλεπίδραση του αστικού πλήθους που συγκεντρωνόταν γύρω από τις βιτρίνες. κατοικούσαν στο κέντρο, όπου χειρίζονταν τις υπηρεσίες που συγκεντρώνονταν εκεί, αλλά και στα «καθαρά» προάστια, ενώ η στο Παρίσι του 19

Στον 20ο αιώνα η πόλη μεγαλώνει ακόμη περισσότερο. Η αστικοποίηση παραγάγει μητροπολιτικές δομές. Τα πλήθη γίνονται μία μάζα που κινείται στον αστικό χώρο. Ο δημόσιος χώρος παύει να καθορίζεται από τα μέτωπα συνάντησής του με τον ιδιωτικό και σταδιακά χάνεται η σαφήνεια του διαχωρισμού τους. Το ιδιωτικό χάνει την έννοια του οικείου και το δημόσιο την έννοια της συνεύρεσης και αλληλοεπικοινωνίας. Ο 20ος αιώνας είναι ο αιώνας του εαυτού, όπου η ατομικότητα αποθεώνεται και ο άνθρωπος της μητρόπολης έχει τη δυνατότητα να διαφύγει από ένα συλλογικό μόρφωμα. Οι θεωρίες του Φρόιντ [Freud] που αφορούν το κρυμμένο υποσυνείδητο και τα απραγματοποίητα όνειρα του ατόμου διαβάζονται για πρώτη φορά την εποχή που αναδύεται ταχύτατα ο μαζικός καταναλωτισμός στις αστικές κοινωνίες. Οι μάζες που είχαν κατακλύσει τις πόλεις του 20ου αιώνα μπορούσαν πλέον να χειραγωγηθούν από τις εμπορικές – και όχι μόνο- επιχειρήσεις. Το γεγονός ότι ο κάτοικος της πόλης ένιωθε

ελεύθερος και ανεξάρτητος του έδινε την ευκαιρία να ζει «εγωιστικά», ατομικά˙ «ποθούσε» την αγορά και την κατανάλωση του «επιπλέον». Οι θεαματικές εξελίξεις στον χώρο της επιστήμης και της τεχνολογίας προσέφεραν τη δυνατότητα για μαζική και χαμηλού κόστους παραγωγή προϊόντων. Οι λεωφόροι του Παρισιού αποτελούσαν παλιότερα τον κατεξοχήν δημόσιο χώρο που στέγαζε εμπορικά καταστήματα απευθυνόμενα κυρίως στην αστική τάξη. Στον 20ο αιώνα, με τη μαζική παραγωγή, ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει από ένα καινούριο προϊόν. Ο κάτοικος εξισώνεται πλέον με την κατανάλωση αγαθών που προσφέρει η πόλη.

Ο μαζικός καταναλωτισμός, χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, διαμόρφωσε σε πολλές περιπτώσεις δυτικών πόλεων την οργάνωση του χώρου. Από τις κλειστές εμπορικές στοές και τις υπαίθριες αγορές έχουμε καταλήξει σήμερα στα τεράστια σε όγκο ιδιωτικά Mall που αντικαθιστούν το δημόσιο χώρο, αποκομμένα από τον ιστό της πόλης, δίπλα από δρόμους μαζικής κυκλοφορίας. Το τέλος της «παλιάς» πόλης, η ανανέωση του οικοδομικού πλούτου με την ταυτόχρονη συσσώρευση κόσμου, η αλλαγή της ταχύτητας κίνησης λόγω της ολοένα και αυξανόμενης χρήσης του αυτοκινήτου, η συνεχής επέκταση των εμπορικών δραστηριοτήτων χαρακτηρίζουν τη βιομηχανική και μετα-βιομηχανική κοινωνία που εξελίσσεται έτσι όπως αποτυπώνεται στη σημερινή μορφή των δυτικών πόλεων που κατοικούμε.

Η σημερινή πόλη, λοιπόν, χαρακτηρίζεται από διάχυση των μη διακριτών και ολοένα αυξανόμενων ορίων της. Η πολυπλοκότητα των ανθρώπων και τα γεγονότα που δημιουργεί η καθημερινή αλληλεπίδρασή τους, σε συνδυασμό με την πολλαπλότητα των πληροφοριών και τρόπων επικοινωνίας, διαμορφώνουν τον αστικό ιστό. Σύμφωνα με τον Henry Lefebvre, στη νεοκαπιταλιστική κοινωνία η δυναμική της πόλης, ορίζεται και δια-γράφεται από την καθημερινότητα της πόλης, τον αστικό τρόπο ζωής [urbain]. Η οργάνωση του χώρου υφίσταται από το ρόλο, τη θέση των κατοίκων και τη μεταξύ τους σχέση. Οι [ανώτερες] κοινωνικές ομάδες έχουν τη δυνατότητα να παρέμβουν σε αυτόν ταχύτατα ή (και) ριζικά, άμεσα ή έμμεσα, μέσα από διοικητικές, νομικές και άλλες διατάξεις. Η καθημερινή κινητικότητα, όμως, μπορεί να ορίσει η ίδια τη χρήση του χώρου όπου διαδραματίζεται. Ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά, ποσοτικά και ποιοτικά, στις εκάστοτε παρεμβάσεις αποδεικνύει το βαθμό της συλλογικής συνείδησης που μπορεί να έχουν κατακτήσει οι άνθρωποι που τη διαμορφώνουν, σε σχέση με το έδαφος το οποίο κατοικούν.


[1] Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για τις κοινωνικές σχέσεις της πόλης ως gesellschaft, σχέσεις απρόσωπες και συχνά συμβατικές που έρχονται σε αντίθεση με αυτές της αγροτικής ζωής, της υπαίθρου, που είναι σχέσεις δεμένες και πιο κλειστές, σχέσεις γειτνίασης (gemeinschaft). [Deborah Stevenson, Πόλεις και αστικοί πολιτισμοί, Πρόλογος και επιστημονική επιμέλεια Γιάννη Γιαννιτσιώτη, σελ.48]

[2] Ό.π , σελ. 61

[3] Georg Simmel, Πόλη και ψυχή, μτφρ Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ Έρασμος, Αθήνα, 1993

[4] Οι ιδέες για τις ουτοπικές πόλεις είναι η πρόταση στις δυσμενείς συνθήκες του αστικού τρόπου ζωής. Συνδύαζαν τα καλύτερα στοιχεία της πόλης με αυτά της υπαίθρου, χωρίς όμως ποτέ να καταφέρουν να πλησιάσουν τον ρεαλιστικό σχεδιασμό. Παρ΄όλα αυτά έδωσαν τροφή για έναν διάλογο που αφορά την εξέλιξη της δυτικής πόλης ως σήμερα, προοικονομώντας την οργάνωση του χώρου -ιδιωτικού και δημόσιου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κηπούπολη του Ebenezer Howard.

[5] Η κοινωνική ομάδα των εμπόρων και βιοτεχνών απέκτησε δικαιώματα στην εξουσία και διαχείριση του χώρου κυρίως λόγω της ανάπτυξης της εμπορικής κινητικότητας και επικοινωνίας στον κόσμο των πόλεων του 19ου αιώνα.

[6] Παντελής Λαζαρίδης, εισαγωγή στην ελληνική έκδοση, Οργάνωση του Χώρου στην Αστική Πόλη, του βιβλίου του Carlo Aymonino, Κυριαρχία και Υποτέλεια – Η εξέλιξη της μοντέρνας πόλης, 1974, σελ.11



ιδιωτικός χώρος

"Ο περαστικός που σταματά να κοιτάξει ένα σπίτι βρίσκεται, κατά κάποιο τρόπο, στην βεράντα του... Ο δρόμος γίνεται δωμάτιο και το δωμάτιο δρόμος"
Walter Benjamin






3.1.09

Στο βιβλίο Αύριο οι Πόλεις -έκδοση του 2003- ο Παύλος Λέφας τελειώνει τη γραφή του με ένα κείμενο που φέρει τον τίτλο «Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον;». Αναφέρει πως οι πόλεις θα συνεχίσουν να είναι το φυσικό, αυτονόητο, και ως εκ τούτου τελείως απαραίτητο για τη ζωή μας ως κοινωνικών όντων πλαίσιο. Και συμπληρώνει πως είναι περίπου εξίσου βέβαιο ότι οι άνθρωποι θα προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες του αστικού βίου, θα συνηθίζουν τις αλλαγές που επέρχονται στη σχέση τους με την πόλη, αφού μάλιστα οι ίδιοι είναι ενεργά υποκείμενα της διαδικασίας αυτής. Αναλογιζόμενη τα πρόσφατα γεγονότα στην πόλη των Αθηνών (Δεκέμβρης 2008) δε θα μπορούσα παρά μόνο να συμφωνήσω με τα προλεγόμενα. Το μόνο που αναρωτιέμαι είναι πώς ακριβώς μπορεί να ερμηνευτεί ο χαρακτηρισμός των ανθρώπων ως ενεργά υποκείμενα της διαδικασίας. Μέχρι πριν από λίγο καιρό θα μας χαρακτήριζα τους περισσότερους από εμάς που κατοικούμε αυτήν την πόλη ως παθητικά υποκείμενα της εξελικτικής της διαδικασίας. Δε συμμετείχαμε με κάποιον άλλο τρόπο παρά μόνο μέσα από το ρόλο που έχουμε επιλέξει από αυτό το κοινωνικό σύστημα που δομεί την πόλη. Και εδώ φτάνουμε στην έννοια της επιλογής. Στο ίδιο κείμενο του Παύλου Λέφα προβλέπεται μία πόλη που ο καθένας έχει δικαιώματα επιλογών, μέσα από τα οποία μπορεί να αντιληφθεί, να διαμορφώσει, να ερμηνεύσει και να βιώσει την πόλη που τον περιβάλλει σύμφωνα με τη δική του κοσμοθεώρηση και ατομική συγκρότηση. Να δημιουργήσει το δικό του μικροπεριβάλλον, χωρίς επιπτώσεις. Σήμερα, πέντε χρόνια μετά από την έκδοση αυτού του βιβλίου, παρατηρούμε πως αυτό το δικαίωμα επιλογής για τον κάτοικο της πόλης αποτελεί την αιτία πολλών αγώνων και προσπαθειών για να το κατακτήσει στην πραγματικότητά του. Και η πόλη τελικά, όπως και ο Παύλος Λέφας το αναφέρει, είναι ανέτοιμη να ανταποκριθεί σε αυτό το αίτημα. Κάτι το οποίο μας το απέδειξαν και οι προηγούμενες μέρες του Δεκέμβρη. Γιατί τελικά η Αθήνα ίσως να μην είναι μία μεγάλη πόλη που επιτρέπει την συνύπαρξη, την εξέλιξη, αλλά περιθωριοποιείται στον καναπέ κάθε ρετιρέ. Ίσως, όμως, μιας και αυτή η προσπάθεια για το δικαίωμα στην επιλογή, έχει δημιουργήσει μικρούς, αλλά συγκροτημένους πυρήνες σε διάφορες περιοχές αυτής της πόλης (κινήσεις κατοίκων Πετραλώνων, Ακαδημίας Πλάτωνος, Βύρωνα και άλλων). Μάλιστα, μετά από αυτά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να αναλύσω ή και να κρίνω αυτήν την στιγμή, αυτοί οι πυρήνες μεγάλωσαν ποσοτικά και ποιοτικά μέσα από την αλληλοεπικοινωνία, τον αυθορμητισμό στη δράση και την αλληλεγγύη, με κυριότερο εργαλείο το χώρο του διαδικτύου, που συμπληρώνει κατά έναν τρόπο τον χώρο της πόλης, ξεπερνώντας τα όριά του. Δημιουργήθηκαν κοινωνικά δίκτυα τα οποία τα ίδια υπερβαίνουν τα όρια της πόλης ως έχουν σήμερα. Και αυτά τα κοινωνικά δίκτυα συγκρούονται με τις αρχές και με κάποιες επίσημες ιδεολογίες εξαιτίας των οποίων περιθωριοποιούνται και αρνούνται τα πρότυπα και τις κυρίαρχες αξίες. Προσδοκώ σε μία αλλαγή των συνθηκών της πόλης της Αθήνας, και ίσως όχι μόνο σε αυτό. Δεν είμαι σε θέση να αντιμετωπίσω το κόστος αυτών των αλλαγών ως κάτι «κακό», αφού οι αλλαγές φέρνουν πάντα και τις ανάλογες επιπτώσεις, αρκεί να είμαστε ώριμοι ατομικά και συλλογικά να τις υποδεχτούμε. Δανειζόμενη τον επίλογο του Παύλου Λέφα, ας συνεχίσουν οι πόλεις να είναι αυτό που ήταν πάντα οι πόλεις: Η κοινή στέγη των κατοίκων τους, ο κοινός χώρος για διαφορετικές ζωές –των ανθρώπων τους του χτες, του σήμερα, του αύριο.
Αυτό δεν μπορεί παρά να είναι το μέλλον τους.


Αθήνα, Δεκέμβρης 2008


Πάτρα, Ιούνιος 2008

25.11.08

Νοέμβριος 2007

party σε υπόγεια διάβαση [Καβάλας]




Αργήσαμε να φτάσουμε μιας και δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις εύκολα τη σηματοδότηση της διάβασης οδηγώντας στην Καβάλας. Κάτω είχε μαζευτεί κόσμος και η μουσική είχε αρχίσει, αλλά ακριβώς από πάνω, στο επίπεδο του δρόμου δεν μπορούσες να ακούσεις τίποτα από τη φασαρία των οχημάτων. Κι ενώ η μουσική συνέχιζε, τρανσέξουαλ περιμέναν στην άκρη του δρόμου πέντε βήματα παρακάτω. "Εσείς κάνετε party και εμείς προσπαθούμε να πληρώσουμε τις δόσεις του αυτοκινήτου. Πώς να γυρίσω πίσω στην Κηφισιά να κοιμηθώ;". Διάφοροι βγαίναν πάνω να κουβεντιάσουν μακρυά από τη δυνατή μουσική και καθόντουσαν στα μηχανήματα εκσκαφέων που εμπορευόταν μία επιχείρηση εκεί. Μέσα σε μισή ώρα συγκεντρώθηκε μία ομάδα από τα ΜΑΤ φοβούμενη επεισόδια που δεν έγιναν ποτέ. Παιδιά από το party μαζί με τις τρανσέξουαλ πήγαν να μιλήσουν με τη διμοιρία, ώστε να ηρεμήσουν τα πνεύματα. "Μας έχουν στείλει να φυλάμε το νέο κτήριο του χρηματηστηρίου", το οποίο δεν είχε ακόμα αρχίσει να λειτουργεί. Θυμάμαι πως είχα χάσει το σκουλαρίκι μου και πήγα το επόμενο πρωί μήπως το βρω. Η υπόγεια διάβαση ήταν άδεια και δύο από τις κοπέλες δουλεύαν ακόμη σε εκείνο το σημείο. Το σκουλαρίκι δεν το βρήκα ποτέ.

17.11.08

Η αναζήτηση σε άρθρα για την ιστορία αυτού του τόπου σταματάει στο 1929, οπότε και απαλλοτριώθηκε το κομμάτι που αποτελεί σήμερα το πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Για να μπορέσουμε να δούμε τι έχει συμβεί εκεί, έστω με μία χρονολογική σειρά, χρειάζεται μία σύντομη αναδρομή στα γεγονότα που έχουν επηρεάσει έναν τέτοιον τόπο, στα πλαίσια που αυτός αποτελεί κομμάτι μίας ελληνικής πραγματικότητας.

Το 1830 αποτελεί μία χρονολογία – ορόσημο για τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αποτέλεσμα της επανάστασης αλλά και πολιτικών παραγόντων, γεγονός που επηρέασε όπως είδαμε και την ευρωπαϊκή Δύση. Από τότε αρχίζει η διαμόρφωση μιας συνείδησης εθνικής, η οποία όμως μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους φέρει ένα πρωτόλειο χαρακτήρα. Πρέπει να σημειωθεί ότι σ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αι., χρόνια πολύ σημαντικά και αποφασιστικά για τους Έλληνες, τη νεοελληνική συνείδηση διαποτίζει και διαμορφώνει η «Μεγάλη Ιδέα». Εκείνο που προβάλλεται στον ιδεολογικό τομέα και εκφράζεται κατεξοχήν από τον ιστορικό Κων/νο Παπαρηγόπουλο είναι η ενότητα και η συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού. Ο όρος Ελληνισμός έρχεται και επανέρχεται ενώ ο μεγαλοϊδεατισμός με τον πρωτεϊκό χαρακτήρα του νοήματός του ενεργεί με ποικίλους τρόπους στην ελληνική συνείδηση. Στην αρχή του 20ου αι. ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα υλοποιήσει τα οράματα της συντριπτικής πλειοψηφίας του Έθνους με επιστέγασμα των προσπαθειών του τις νίκες στους Βαλκανικούς πολέμους. Την ευφορία των Βαλκανικών πολέμων διαδέχεται η δίνη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο εσωτερικός διχασμός και η μικρασιατική καταστροφή. Με αυτήν, θανατώνεται η Μεγάλη Ιδέα και μαζί της όλα τα πνευματικά στοιχεία που είχαν επηρεάσει τους Έλληνες έως τότε. Με την εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα αλλάζει ριζικά η παραδοσιακή μορφή της χώρας. Την πτώση που θα φέρει η ήττα στο μικρασιατικό πόλεμο θα ακολουθήσει μια ψυχική ανασύνταξη. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η Μεγάλη Ιδέα, της οποίας κάποιες βασικές ερμηνείες έχουν παύσει πλέον να είναι εφικτές, θα μείνει πάντοτε στο επίκεντρο των ελληνικών συνειδήσεων, προσαρμοσμένη, όσο γίνεται, στην νέα κατάσταση. Ο φόβος συρρίκνωσης του Ελληνισμού θα οδηγήσει σε ανασύνταξη των δυνάμεων. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου γίνεται στροφή που αποβλέπει στην «ελληνική πραγματικότητα» και τίθεται εκ νέου το θέμα της εθνικής ταυτότητας και αυτογνωσίας. Πολλοί θεωρητικοί επιδιώκουν να ανασυνδέσουν το νέο Ελληνισμό με τον αρχαίο κόσμο μέσα στα πλαίσια κάποιου Διαφωτισμού (Περ. Γιανννόπουλος, Ίωνας Δραγούμης). Παράδειγμα αυτής της αντίληψης που επικρατεί αποτελεί και η προσπάθεια του Άγγελου Σικελιανού, ο οποίος με τις Δελφικές παραστάσεις προσπαθεί να ενώσει μυστηριακά τον αρχαίο πολιτισμό με το σύγχρονο λαϊκό. Στην περίοδο του μεσοπολέμου, ενώ ο μεγαλοϊδεατισμός με τη μορφή της επέκτασης του ελληνικού κράτους έχει σβήσει, ο απόηχος της Μεγάλης Ιδέας μετασχηματισμένος σε νέες μορφές εξακολουθεί να υπάρχει και να επηρεάζει. Όσον αφορά τις πολιτικές και πολιτειακές ιδέες της γενιάς του ’30, προβάλλεται ως ιδανικό ο αστικός ουμανισμός που θα δώσει λύση στα προβλήματα της εποχής. Μια ιδεατή πολιτεία, ουτοπική και απραγματοποίητη που προσπαθεί να αντιταχθεί το σοσιαλιστικό ιδανικό που δυναμικά κάνει την εμφάνισή του. Δε βρέθηκε όμως και το κοινό σημείο επαφής απέναντι στον κίνδυνο που άρχισε να διαγράφεται στον κοινωνικό ορίζοντα: τον κίνδυνο του φασισμού. Η αποτυχία σε πολιτικό επίπεδο δημιουργίας μετώπου Δημοκρατίας θα έχει τις επιπτώσεις του στον ιδεολογικό-πνευματικό τομέα.
Επισημάναμε προηγουμένως ότι στην περίοδο του μεσοπολέμου γίνεται πολλαπλή προσπάθεια στήριξης των νέων ελληνοκεντρικών ιδεολογιών. Στα πλαίσια της ιδέας μιας Ελλάδας, «τόπου ιερού, λίκνου της Δύσης», που επιβάλλεται να ακτινοβολεί προβάλλονται τα αρχαία μνημεία μέσα από την αρχαιολογική ανασκαφή. Εκείνη την περίοδο ήταν που ένας λόγιος και αστός, ο Αριστόφρων, Αιγύπτιος κι ελληνικής καταγωγής, κατάφερε να επέμβει στο τοπίο της Ακαδημίας Πλάτωνος, επηρεασμένος από τις ιδέες του δυτικού πολιτισμού για τον ελλαδικό χώρο. Έτσι, το 1929 ο Αριστόφρων ξεκίνησε τις ανασκαφές στην περιοχή, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν τα αρχαία ευρήματα που υπάρχουν και σήμερα στο πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Οι έρευνες που διενεργούσε γινόντουσαν με δικά του χρήματα και όπου έβρισκε αρχαία, αγόραζε το οικόπεδο ώστε αργότερα να το κάνει δωρεά στο δημόσιο. Οι ανασκαφές του Αριστόφρονος σταματάνε το 1939 οπότε και τις έρευνες συνεχίζει μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, κατά τη δεκαετία του ’50, ο αρχαιολόγος Φοίβος Σταυρόπουλος. Η δεκαετία αυτή, όμως, χαρακτηρίζεται από την έντονη οικοδόμηση της Αθήνας, γεγονός που εμπόδισε τη συνέχεια των ανασκαφικών εργασιών. Πολλά αρχαία βρίσκονται σήμερα κάτω από τις πολυκατοικίες της αντιπαροχής που κυκλώνουν το πάρκο στην Ακαδημία Πλάτωνος. Για πρώτη φορά στη περιοχή αυτήν, το 1974 κηρύσσεται απαλλοτριούμενος χώρος μια έκταση 120 στρεμμάτων, η οποία το 1978 μειώνεται, ενώ ταυτόχρονα κηρύσσεται άλσος πρασίνου. Σήμερα από τα 150 περίπου στρέμματα εκκρεμεί η απαλλοτρίωση 10 στρεμμάτων. Αυτή η εκκρεμότητα είναι απαγορευτική για τη συνολική περίφραξη του χώρου, που σήμερα είναι χωρισμένος σε τρία τμήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο χώρος διακόπτεται από τις οδούς Δράκοντος και Μοναστηρίου, οι οποίες, εάν και εφ' όσον γίνουν οι σχετικές ρυμοτομικές ρυθμίσεις από το ΥΠΕΧΩΔΕ, θα καταργηθούν, ώστε να ενοποιηθούν τα τρία τμήματα. Μέχρι πρόσφατα η έκταση των 150 στρεμμάτων, που σήμερα είναι ελεύθερη και χαρακτηρισμένη ως «αρχαιολογικός χώρος» και «άλσος», κατακλυζόταν από σπίτια. Την περίοδο 1991 - 1993 απαλλοτριώθηκαν και κατεδαφίστηκαν 150 σπίτια στα οποία ζούσαν Τσιγγάνοι, ρακοσυλλέκτες, Πομάκοι που είχαν κατέβει από τη Θράκη, κ.ά.

Τι σημαίνει, όμως, η πράξη της απαλλοτρίωσης; Σύμφωνα με τον Aldo Rossi, «οι καταστροφές και οι κατεδαφίσεις, οι απαλλοτριώσεις και οι ριζικές αλλαγές στη χρήση του χώρου, καθώς και η εκμετάλλευση ή η παλαίωση, είναι μεταξύ των πιο γνωστών μέσων έκφρασης της δυναμικής της πόλης». Η Αθήνα αποτελεί μία πόλη γεννημένη μέσα από το μύθο, και το μνημείο που αποκαλύπτεται επικυρώνει αυτόν το μύθο. Μπορεί το 1930 να ήταν μία περίοδος αστικοποίησης, όπου μάζες ερχόντουσαν στο μικρό, ακόμη, αστικό κέντρο προς αναζήτηση εργασίας ή διαφορετικής ποιότητας ζωής –πέρα από τους χαρακτηρισμούς της καλής ή κακής ποιότητας ζωής- χωρίς να υπάρχει κάποιο πολεοδομικό ή οικοδομικό σχέδιο, αλλά φαίνεται πως είχε αρχίσει να διαμορφώνεται και μία αστική συνείδηση, ή έστω μία συνείδηση της πόλης που τώρα αναπτύσσεται και μεγαλώνει. Και η Αθήνα αποτελεί μία ακόμη πιο ιδιάζουσα περίπτωση, μιας και η ιστοριογραφία και τα μνημεία, μας υπενθυμίζουν πως ο τόπος πάνω στον οποίο αναπτύσσεται η πόλη φορτίζεται από γεγονότα και καταστάσεις που τρέχουν πολύ πίσω στο χρόνο. «Η πόλη μεγαλώνει πάνω στον εαυτό της, αποκτάει συνείδηση και μνήμη του εαυτού της». Η δυναμική της πόλης αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνει τον χαρακτήρα της μέσα στο χρόνο, όπως κάνει μέσα από συγκεκριμένες αποφάσεις που παίρνονται συνήθως από τις εκάστοτε αρχές (δημοτικές) -ανάδειξη ιστορικού κέντρου, εμπορικές οδοί, τοποθέτηση σημαινόντων κτηρίων, άλση κ.ά.-. Η Αθήνα είναι μία τέτοια πόλη, που θέλει να τονίσει την πορεία της μέσα στο χρόνο, την «ωριμότητά» της. Κίνητρα για αυτό φαίνεται να είναι η προβολή ενός πολιτισμού που έχει αφήσει τα ίχνη του σε αυτόν τον τόπο, όπως η περίπτωση της απαλλοτρίωσης που αρχίζει από το 1929 στην Ακαδημία Πλάτωνος, ή ακόμη και η προβολή ενός τέτοιου χαρακτήρα για τουριστική προσέλκυση και οικονομική εκμετάλλευση, που οδηγεί σε μεγαλύτερη ανάπτυξη.

Πώς, όμως, η πόλη όπου εφαρμόζονται ανάλογες αποφάσεις αλλάζει σε σχέση με την ίδια την απόφαση, αλλά και με τον τρόπο που αντιδρούν σε αυτήν οι κάτοικοί της; Για να μπορέσει κανείς να προσδιορίσει καλύτερα τη λειτουργία αντίστοιχων μηχανισμών, χρειάζεται να εντοπίσει πιο συγκεκριμένα τις αλλαγές που συμβαίνουν στα διάφορα τμήματα της πόλης. Παράγοντες όπως οι χρήσεις γης, η μορφολογία του εδάφους (σε συνδυασμό με αυτήν των οικοδομημάτων), αλλά και άλλοι, τμηματοποιούν την πόλη σε διαφορετικούς τόπους. Σε πείσμα της ατέρμονης παρέλασης των πιο ετερόκλητων χρήσεων η δομή της αστικότητας παραμένει σταθερή. «Η πόλη είναι η μορφή ενός όλου που συντίθεται από επιμέρους τμήματα, από διαφορές, είναι πάνω από όλα μορφές και τύποι που διαρκούν, κατακαθίζοντας μέσα στην τύρβη της ιστορίας» . Βέβαια, κάθε τέτοιο τμήμα αποτελεί και έναν μοναδικό τόπο, η ατομικότητα του οποίου προσδιορίζεται από το περιβάλλον που δημιούργησαν και δημιουργούν οι κάτοικοί του. Μπορεί τα αρχαία να αποτελούν ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει την Ακαδημία Πλάτωνος, αλλά δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί την περιοχή ως μοναδική χωρίς τη συγκεκριμένη ανθρώπινη παρουσία που δρα σε αυτήν. «[…] αναρωτήθηκα πολλές φορές πού αρχίζει η ατομικότητα, η ιδιαίτερη φύση δηλαδή ενός αστικού συντελεστή. Αν οφείλεται στην μορφή του, στη λειτουργία του, στη μνήμη ή σε τίποτε άλλο. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι οφείλεται στο γεγονός και στη μαρτυρία του, που είναι αυτή ακριβώς που παγιώνει το γεγονός». Έτσι, βλέπουμε στην Ακαδημία Πλάτωνος πως παρόλο που υπήρξε μία κίνηση – τομή στο τοπίο της από το δημόσιο, όπως η απαλλοτρίωση, η οποία είχε μεγάλη διάρκεια στην ιστορία του τόπου και συνεχίζει ακόμη και σήμερα, ο αρχαιολογικός χώρος που δημιουργήθηκε αποτελεί έναν από τους λίγους που λειτουργούν χωρίς εισιτήριο και με ελεύθερη πρόσβαση, γεγονός που τον έχει μετατρέψει σε πάρκο της περιοχής. Παρακολουθώντας τους εργάτες να σχολάνε από τις βιομηχανίες που βρίσκονται δίπλα σε αυτό και να το διασχίζουν στο δρόμο για το γυρισμό, τους κατοίκους των πολυκατοικιών της αντιπαροχής να έρχονται για βόλτα και την συναυλία που πραγματοποιείται στον χώρο του με τη συλλογική προσπάθεια των κατοίκων για θέμα που αφορά τον τόπο τους, φαίνεται πως το ίδιο το πάρκο, μαζί με τα αρχαία εκεί, αποτελούν ένα μοναδικό αστικό συντελεστή, διαμορφώνοντας όχι μόνο το τοπίο μορφολογικά, αλλά και τη συνείδηση των ανθρώπων που κατοικούν γύρω τους. Και η συλλογική μνήμη που διαμορφώνεται μέσα από τέτοιες διαδικασίες συμβάλει και αυτή στο μετασχηματισμό του χώρου μέσα από τη δράση του κοινωνικού συνόλου. Η δράση αυτή εμπεριέχει και το γεγονός της συναυλίας στην περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος. Η απόφαση για απαλλοτρίωση και ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου συμπεριλαμβάνει και την οικοδόμηση, σε κομμάτι της απαλλοτριωμένης περιοχής, του αρχαιολογικού μουσείου της Αθήνας έως το 2014. Δίπλα από αυτό το κομμάτι υπάρχει οικόπεδο που ανήκει σε ιδιώτη, στο οποίο οι δημοτικές αρχές σκοπεύουν να οικοδομήσουν πολυώροφο κτήριο για την νομαρχία Αθηνών. Δεν είναι δύσκολο να υποψιαστεί κανείς τους λόγους που δεν απαλλοτριώθηκε και εκείνο το οικόπεδο, ώστε να γίνουν κι εκεί ανασκαφικές εργασίες, μιας και ένα δημόσιο κτήριο που θα στεγάζει και εμπορικό κέντρο αποτελεί πρόσφορο έδαφος για κέρδος όταν λειτουργεί δίπλα σε ένα μουσείο για το οποίο προβλέπεται μεγάλη επισκεψιμότητα. Αν σκεφτούμε και τη λογική με την οποία επιλέγονται σήμερα αρχιτέκτονες διεθνούς φήμης ώστε να σχεδιάσουν δημόσια κτήρια σε μία πρωτεύουσα που ανταγωνίζεται πλέον με τις υπόλοιπες ανά τον κόσμο για τη διεθνή αναγνώριση και προβολή, τα οποία έχουν πολιτικό και οικονομικό σκοπό, όπως και έγινε με το μουσείο της Ακρόπολης και με το «στέγαστρο Καλατράβα» επί ολυμπιακών αγώνων, τότε μπορούμε ίσως να προϊδεαστούμε για τη σημασία όλου αυτού του εγχειρήματος και των οικονομικοπολιτικών συμφερόντων που το ακολουθούν. Και το γεγονός ακριβώς της διαμαρτυρίας των κατοίκων μέσω της συναυλίας (και όχι μόνο) προϋποθέτει τη συλλογική μνήμη, τη συλλογική συνείδηση ώστε αυτή η συλλογική δράση να φέρει αποτέλεσμα, να επέμβει στον τόπο όπου δημιουργήθηκε.